Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

ανασαίνοντας, ζω

Σάββατο πρωί, στο κέντρο του Βόλου
Στην αγορά πηγαινοέρχεται κόσμος με βήμα ζωηρό, άλλοι τρέχουν να κάνουν ψώνια του Σαββατοκύριακου – πέσαν και μαζεμένες γιορτές- άλλοι προχωράνε αργά, ήρεμα, βολτάρουν και χαζεύουν βιτρίνες. Στα καφέ τα τραπέζια γεμάτα, ίσως όχι όπως κάποτε, πάντως γεμάτα, καπνίζουν όλοι παντού, μέσα έξω, -από τα πιο πετυχημένα αστεία, ο αντικαπνιστικός νόμος- κουβέντες, μουσική όλα ένα. Πίνουμε καφέ και μιλάμε με ένα φίλο που είχε πάει πριν λίγο καιρό στην Τεχεράνη για ένα συνέδριο. Περιέγραφε με τα χειρότερα λόγια αυτό το γκρίζο μέρος όπου τα πάντα είναι απαγορευμένα, τη βρώμα που κρύβονταν και στα καλύτερα ξενοδοχεία, την τρομερή ανελευθερία των ανθρώπων. Κλίμα τρομοκρατίας να πλανάται πάνω από την πόλη. Μου έκαναν μεγάλη εντύπωση τα λόγια του. «Δεν μπορούσα να ανασάνω» μου είπε. «Κανένα χρώμα πουθενά, ένιωθα διαρκώς ένα σφίξιμο. Κάποια στιγμή πριν φύγουμε, βγήκα με τις βαλίτσες στο δρόμο και περπάτησα για λίγα λεπτά. Στρατός παντού. Δεν είχα κάνει τίποτα και ένιωθα να φοβάμαι. Περπατούσα σ΄αυτούς τους άσχημους δρόμους και ένιωθα σαν φυλακισμένος. Ένας φυλακισμένος με βαλίτσες.»

Κυριακή πρωί, Πορταριά Πηλίου
Κρύο και ένας ήλιος παγωμένος να προσπαθεί να μας ξεγελάσει. Ο Βόλος στα πόδια μας, φαίνεται τόσο όμορφος, είναι όμορφος, έτσι όπως απλώνεται με το ένα πόδι στο βουνό και το άλλο στη θάλασσα, αραχτός και ωραίος. Νιώθω τον παγωμένο αέρα στο πρόσωπό μου και παίρνω βαθιές ανάσες. Στέκομαι στην άκρη του δρόμου, οι άλλοι με περιμένουν για να μπούμε μέσα και εγώ στέκομαι εκεί, ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, απολαμβάνοντας τη φύση, το κρύο που παγώνει τα μάγουλά μου, απολαμβάνοντας αυτό και μόνο το γεγονός της ύπαρξής μου. Στρέφω το πρόσωπο προς τα πάνω, κλείνω τα μάτια, και αφήνω τον ψεύτη ήλιο να χαϊδέψει τα κλειστά μου βλέφαρα. Παίρνω βαθιές αναπνοές, πολλές βαθιές, παγωμένες αναπνοές και νιώθω ευτυχισμένη που ανασαίνω, νιώθω ευτυχισμένη που μπορώ και ανασαίνω ελεύθερα. 

Κυριακή μεσημέρι, κάπου στο Βόλο
Τρώμε στο πατρικό μου και μέσα στο σπίτι επικρατεί πανικός. Ανακατεμένες φωνές, ανακατεμένες ανάσες, η μικρή τρέχει γύρω, γύρω, ο μπέμπης στο καθισματάκι του παλεύει με ένα λούτρινο χελωνάκι. Τραπέζι οικογενειακό, γιορτινά στρωμένο, -κάθε μέρα που είμαστε μαζί είναι γιορτή, λέει η μαμά μου- ατελείωτες συζητήσεις και χιλιοειπωμένες ιστορίες που ακούγονται πια σαν παραμύθια. Στιφάδο χταπόδι στα πιάτα μας, γαλακτομπούρεκο, κόκκινο κρασί, κάθε τσούγκρισμα και ευχή. Ζαλισμένα χαμόγελα και ζεστασιά.
Και αγάπη, πολλή αγάπη. Κυρίως αυτό.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

doll, baby doll

Η αλήθεια είναι πως πάντα πίστευε στην καλή της τύχη. Στην καλή νεράιδα που θα της έφερνε το φόρεμα και τα γυάλινα γοβάκια. Αυτό που δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν γιατί αργούσε τόσο πολύ. Κόντευε πια τα σαράντα. Όμορφη, έξυπνη, πετυχημένη θα έπρεπε να πέφτουν όλοι στα πόδια της αν τους έκανε τη χάρη να ρίξει έστω μια ματιά. Κι΄όμως. Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, έντονο, παθιασμένο, κινηματογραφικό, έμενε ξανά και ξανά μόνη, με την απορία ζωγραφισμένη στο κουκλίστικο πρόσωπό της.
Τι είχε πάει λάθος? Είχε μάθει να είναι όσο έπρεπε γλυκιά, λιγάκι αυστηρή, ναζιάρα με άποψη και χάρη καλλιτεχνική. Να απαιτεί την προσοχή μα και το σεβασμό, ενώ έβγαζε τον κρίσιμο, βαθύ αναστεναγμό. Λιγάκι αφελής, λιγάκι αρπαχτικό, ήτανε – το ήξερε- το τέλειο θηλυκό.
Να όμως που ήτανε μόνη, φρικτά μόνη και  το μέσα της το ένιωθε παγωμένο. Εκτός από εκείνα τα βράδια. Εκείνα τα βράδια που έρχονταν απροειδοποίητα και τάραζαν τη σιγουριά της, χλώμιαζαν το όμορφο πρόσωπο, φώτιζαν το βλέμμα. Ευτυχώς όμως, το πρωί την έβρισκε και πάλι στις επάλξεις. Η νεράιδα θα έφτανε από μέρα σε μέρα, τα σημαντικότερα λάθη δεν ήταν τα δικά της, η ζωή θα της ξεπλήρωνε όσα της χρωστούσε.

Άλλωστε, είχε μεγαλώσει γνωρίζοντας καλά πως nobody puts baby in a corner.     


Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

επτά δισεκατομμύρια δεκατρείς φωνές


Μπαίνω με φούρια μέσα στο σπίτι, βγάζω γρήγορα το παλτό μου ενώ ταυτόχρονα  δίνω φιλί στη μικρή και σκάω χαμόγελο στο μπέμπη που κουνάει έξαλλα χέρια και πόδια από τη χαρά του μόλις μπαίνω στο δωμάτιο. Με κοιτάει με λατρεία -ΛΑΤΡΕΙΑ όμως- και ξαφνικά ξέρω γιατί όλοι οι άντρες είναι μαμάκηδες. Γιατί έτσι τους έπλασε η φύση και ο καλός Θεούλης. Τελεία. Πριν προλάβω να πάρω ανάσα πρέπει να βάλω τη στολή του σούπερ ήρωα –αυτή της μαμάς- και να αναλάβω τα μικρά. Γυρίζω από εξωτερικές δουλειές και έχω τα νεύρα μου, θα’θελα να μπορώ να γκρινιάξω για χίλια πράγματα, αλλά αυτή είναι μια πολυτέλεια που πολύ απλά δεν είναι για μένα.
Ώρες ώρες μου λείπουν εκείνες οι εποχές που μπορούσα πραγματικά να κάνω μια ολόκληρη σκέψη χωρίς να με διακόψει ένα ουά-ουά, ένα μαμά-μαμά, ενίοτε και ένα ουά μαμά ουά μαμά. Αυτή η εβδομάδα δεν ήταν καλή. Ήταν μια κακή εβδομάδα, απογοητευτική από αυτές που θες να φύγουν και να μη ξανάρθουν. Έρχεται Σαββατοκύριακο όμως και σταυρώνω με προσμονή τα δάχτυλά μου.
Υπάρχουν πλέον τόσα πολλά που με θυμώνουν εκεί έξω. Λες και η πόλη είναι κάτω απ’την επίδραση φίλτρου. Τα κομμάτια του μαγικού καθρέφτη έχουν μπει στο μάτι του κόσμου και η βασίλισσα του χιονιού περιμένει να κλείσει σ’ένα κάστρο από πάγο την καρδιά μας. Με πνίγει το «κακό και το άδικο» και νιώθω να κόβεται η φωνή μου, ακριβώς τη στιγμή που θέλω πιο πολύ να φωνάξω, να φωνάξω με μανία. Είναι στιγμές που θέλω να ουρλιάξω, να ουρλιάξω τόσο δυνατά που να τους πάρει ο διάολος όλους, μα η φωνή μου είναι φυλακισμένη μέσα στους τοίχους μου. Σκέφτομαι να ανοίξω το παράθυρο και να αφήσω ελεύθερη να ακουστεί η αγανάκτησή μου, μα φοβάμαι πως η φωνή μου θα πνιγεί μέσα στους ήχους της πόλης. Νιώθω μικρή, πολύ μικρή, ένα όνομα, πέντε γράμματα, μες το βιβλίο της πλάσης. Θα’θελα να μπορούσε η φωνή μου να πάρει δύναμη απ΄τη φωνή του κόσμου. Για ένα λεπτό, μια συνεχόμενη κραυγή, εκατό, διακόσιες, χίλιες, χίλιες δεκατρείς φωνές, ένα εκατομμύριο φωνές, επτά δισεκατομμύρια φωνές ενωμένες σε ένα σύνθημα, σε μια κραυγή, να νικήσουν την κάθε κεντρομόλο, να μπει σ’άλλη τροχιά ο πλανήτης.  
Με πιάνει μια θλίψη κάποιες φορές και θέλω απλά να βάλω τα κλάματα, να κλείσω τα μάτια και να αφήσω να χυθούν ποτάμι τα μέσα μου, μα δεν το τολμώ γιατί φοβάμαι πως μαζί με τα δάκρυα θα φύγει, θα κυλίσει έξω και η οργή μου, αφήνοντάς με ήρεμη και συμβιβασμένη. Εγώ όμως τη θέλω την οργή μου. Θέλω το πείσμα μου ζωντανό να χτυπάει στη φλέβα, το θέλω για να ξεκινώ ξανά την κάθε μέρα, για να κοιτάζω στα μάτια τα παιδιά μου, να ντύνομαι τη στολή του σούπερ ήρωα, του κάθε ήρωα, του κάθε ανθρώπου.
Και είναι και οι στιγμές οι άλλες, που θα’θελα απλά να ήμουν παιδί και να μπορώ να κρύψω κάτω απ’το πάπλωμα το πρόσωπό μου, να γυρίσω σ’ένα παιδικό δωμάτιο, τότε που όλος ο κόσμος ήταν παιχνίδια στα ράφια και ζωγραφιές, οι μέρες εύκολες και απλές σαν ποιήματα σε σχολικές γιορτές. Μα ξέρω καλά πως δεν μπορώ, τώρα το ποίημα το γράφω εγώ και το τέλος δεν το ξέρω.   
Σκέφτομαι… σκέφτομαι και το παραλήρημα μου συχνά διακόπτει ένα ουά και ένα μαμά. Αναρωτιέμαι μέσα σ’όλα, αν θα μπορέσει ποτέ ο άνθρωπος να νικήσει τον εαυτό του. Αν θα μπορούσε τελικά να ήταν ο κόσμος μαγικός, παράδεισος η πλάση, όπως τόσο όμορφα μας περιγράφει αυτή η κιθάρα, η κουτσή. Και ποιο θα ήταν το μυστικό ενός τέτοιου κόσμου. Κάνω μηχανικά ψιλοδουλειές μέσα στο σπίτι, -σηκώνω δυο παιχνίδια από το πάτωμα, βάζω ένα ποτήρι στο πλυντήριο πιάτων- ενώ ταυτόχρονα μουρμουρίζω το αγαπημένο μου σημείο του τραγουδιού. 
Ένας γαλάζιος ουρανός παράθυρο και σκέπη
να ‘χαμε τρεις δραχμές στη τσέπη και τρεις ο διπλανός

Και είναι αυτό το «και τρεις ο διπλανός» που κάνει όλη τη διαφορά.



[κιθάρα από χαρτόνι, Πικάσο]

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

χειμωνιάτικες ιστορίες

Κάπως έτσι λοιπόν έφτασε η Παρασκευή. Μια εβδομάδα έφυγε, πως πέρασαν τούτες οι μέρες ούτε το κατάλαβα.
Χειμωνιάζει. Από σήμερα αρχίζει για μένα επίσημα η χειμερινή περίοδος. Βράζω τα πρώτα κάστανα για φέτος και δεν θα περάσει καιρός μέχρι να αρχίσω να φτιάχνω το σιμιγδαλένιο χαλβά τις Κυριακές τ΄απόγευμα, κατάλοιπο μητρικής φροντίδας και οικογενειακής παράδοσης. Κυριακή απόγευμα να μυρίζει όλο το σπίτι καβουρδισμένα αμύγδαλα και κανέλλα.
Είναι που αρχίζει σιγά σιγά να κρυώνει το έξω και το μέσα γίνεται ολοένα και πιο δελεαστικό. Συντροφιά, κρασί, λίγα ξύλα να φωτίζουν τη νύχτα και κουβέντα. Κουβέντες. Φωνές χαμηλές, γελαστές και άλλοτε παθιασμένες,  έντονες. Όπως οι κουβέντες έτσι και οι φωνές. Χειμωνιάτικα βράδια, σπιτικά, σαν τις πίτες της γιαγιάς με το φύλλο αυτό το γνώριμο, το καμωμένο με αγάπη και υπομονή, να τυλίγεται και να απλώνει ξανά και ξανά μέχρι να έχει το τέλειο πάχος, τη σωστή υφή,  την οικεία γεύση.
Το καλό με όλα τούτα που συμβαίνουν είναι που αρχίζουμε σιγά σιγά να βρίσκουμε ξανά τον εαυτό μας. Ξέχασε ο Έλληνας τόσα χρόνια ποιος είναι. Έβλεπε μόνο που θέλει να πάει και λησμόνησε από πού έρχεται. Θελήσαμε τόσο πολύ να είμαστε Ευρωπαίοι που ξεχάσαμε να είμαστε Έλληνες. Λογικό όμως, κουράστηκε ο Έλληνας να παλεύει, να μάχεται. Τόσες σελίδες ιστορίας, μια μάχη κάθε μια από αυτές, ένας αγώνας. Νόμισε ότι μπορούσε πια να χαλαρώσει. Ξεχάστηκε, αφέθηκε. Και άφησε πίσω ό,τι του θύμιζε αυτά τα χρόνια, τα δύσκολα.
Εμείς οι τριάντα κάτι, έτσι μεγαλώσαμε. Έτσι μας μεγάλωσαν. Μ’αυτή τη σκέψη, τη σιγουριά. Ότι τα δύσκολα ήταν στο παρελθόν. Σημεία μιας άλλης Ελλάδας. Ψωροκώσταινας.
Είναι παράξενο αλλά είμαστε μια χώρα στην οποία όλοι οι άνθρωποι μιας γενιάς έχουμε τις ίδιες αναμνήσεις, τα ίδια βιώματα. Σαν μια μεγάλη παρέα που δεν χρειάζεται να μιλήσει κανείς, κοιτάζεσαι στα μάτια και ξέρεις ποια είναι η σκέψη πίσω απ’το βλέμμα. Τραγουδήσαμε όλοι τα ίδια τραγούδια, γελάσαμε με τα ίδια αστεία, ακούσαμε τις ίδιες ιστορίες. Μεγαλώσαμε με τη Φρουτοπία, το θέατρο της Δευτέρας και τα γουέστερν κάθε Τρίτη βράδυ. Και την πεποίθηση ότι εμείς, είμαστε τυχεροί. Και κάπως έτσι ξεχαστήκαμε. Και ξεχάσαμε.
Μέσα σ΄όλη αυτή τη παραζάλη, αρχίζουμε όμως να θυμόμαστε. Ποιοι είμαστε. Θυμόμαστε πώς να ζούμε και πώς να αγωνιζόμαστε. Να βρίσκουμε την ομορφιά στα απλά και στα λίγα.  Δεν θέλει πολλά η ζωή. Μόνο πίστη στ΄όνειρο. Και πείσμα.
Σκέφτομαι πως είμαστε ένας λαός που στη βάση του δεν ξέρει από μεγάλα σαλόνια. Ένας λαός που κατοικεί στην Οδό Ονείρων, σε μια Όμορφη πόλη και βρίσκει την ελπίδα σε μια χούφτα γιασεμιά. Ένας λαός που καίει στεφάνια στις γειτονιές, του Αι-Γιάννη και βάφει κάθε Πάσχα άσπρες τις αυλές. Που τραγουδάει κάθε του πίκρα και τραγουδώντας προχωράει. Βγαλμένος από ελληνική ταινία. Να πολεμάει σαν τον Χορν για την αγάπη, έχοντας μόνο όπλο τα νιάτα και το πείσμα του. Πείσμα περασμένο στο DNA του. Κληροδοτημένο από γενιά σε γενιά μαζί με τους άθλους του κάθε Ηρακλή.
Παρασκευή βράδυ και περνάω την πρώτη χειμωνιάτική μου νύχτα χαζεύοντας τη φωτιά και μασουλώντας κάστανα. Νιώθω κοριτσάκι, πλημμυρισμένη από αναμνήσεις περασμένων χρόνων. Είμαι χαλαρή, σχεδόν ξεκούραστη και απολαμβάνω την ησυχία της νύχτας καθώς μνήμες από μια ηλικία μακρινή έρχονται να μου κάνουν παρέα. Μασουλάω τα κάστανα και γίνομαι παιδί. Το μυαλό μου «παίζει» τραγούδια του Λοΐζου και σκηνές από οικογενειακά βράδια με ατελείωτες συζητήσεις για ασήμαντες αφορμές.
Όλο στα πίσω πάει η σκέψη τώρα τελευταία. Θα’ναι που μεγαλώνω.


Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Ο λαός στην εξουσία και άλλα παραμύθια....

Και οι μάσκες έπεσαν. Όλων όμως. Της κυβέρνησης, αντιπολίτευσης, δεξιάς, αριστεράς, κέντρου, απόκεντρου αλλά και του περήφανου λαού.
Μπροστά στην οποιαδήποτε περίπτωση,  την απειροελάχιστη πιθανότητα να πρέπει να πάρει κανείς κάποια ευθύνη, να δεσμευτεί, να γίνει κύριος του εαυτού του, όλοι λάκισαν. Όλοι όμως.
Δεν εξετάζω αν έπρεπε ή όχι να γίνει δημοψήφισμα, ούτε τα κίνητρα πίσω από αυτό. Είναι πλέον οδυνηρά φανερό ότι τα κίνητρα οποιασδήποτε πολιτικής πρωτοβουλίας απ’όπου κι’αν προέρχεται δεν είναι για το καλό αυτού του τόπου. Αυτό όμως που μου κάνει εντύπωση είναι ο τρόμος μπροστά στην λέξη δημοψήφισμα. Και καλά τα κόμματα. Έχει πια αποκαλυφτεί πόσο κούφια είναι, αλλά ο λαός? Να σου ζητάνε να αποφασίσεις και να λες, δεν ξέρω, δεν είδα, δεν απαντώ? Πόσο λογικό είναι αυτό?
Και δεν έχει σημασία πόσο εκβιαστικό θα ήταν το ερώτημα. Η κατάσταση η ίδια είναι εκβιαστική. Οι επιλογές όλες επίπονες. Αν όμως θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι και όχι ζώα, αν θέλουμε να ζούμε σε Δημοκρατία πρέπει να μπορούμε να παίρνουμε αποφάσεις. Και να πληρώνουμε το τίμημά τους.
Κατά τ’άλλα είμαστε ο περήφανος λαός που γέννησε τη Δημοκρατία. Αλίμονο, όμως δεν την ξέρουμε. Δεν τη γνωρίζουμε, τη γεννήσαμε αλλά μετά τη δώσαμε για υιοθεσία, νιώθουμε αμηχανία μπροστά της και δεν ξέρουμε πώς να τη χειριστούμε. Η επανάσταση αναλώθηκε σε μούντζες και γιαούρτια. Μέχρι εκεί όμως. Η επανάσταση του αυγού και της σάπιας ντομάτας. Δεν πειράζει όμως, έχουμε κι’αλλα πράγματα για να νιώθουμε περήφανοι.
Ειμάστε περήφανοι που μόνο εδώ δεν εφαρμόζεται κανένας νόμος. Είμαστε περήφανοι για τις μαϊμού συντάξεις, για τις αναπηρικές που δεν δικαιούμαστε, για τις αποδείξεις που δεν παίρνουμε, για το αυθαίρετο εξοχικό «Δυο βήματα Θανάση μου από τη θάλασσα, βγαίνω απ’την αυλή μου και κάνω βουτιά, τόσο δίπλα λέμε!»
Είμαστε περήφανοι που δεν έχουμε καμία κουλτούρα, καμιά παιδεία, κανένα σεβασμό στους δίπλα μας. Παρκάρουμε στις ράμπες αναπήρων αλλά δε γαμιέται, μήπως θα κόψει κλήση κανείς? Με περηφάνια και καυχησιά ήμασταν όλοι σίγουροι ότι ο αντικαπνιστικός νόμος θα μείνει στα χαρτιά όπως και έγινε. Το «είναι Ελλάδα εδώ, αποκλείεται να ισχύσει ο νόμος», ήταν το μεγαλύτερο καρφί που μπήκε στο φέρετρό μας.
Και στην πραγματικότητα δεν μας ενοχλεί τίποτα από όλα αυτά. Αν μας έλέγαν ότι με ένα μαγικό τρόπο δεν χρωστάμε τίποτα και μπορούμε να γυρίσουμε στην προηγούμενη ζωή μας, πόσα αλήθεια θα άλλαζαν?
Και όχι δεν πιστεύω ότι μαζί τα φάγαμε. Σίγουρα δεν φέρουμε όλοι την ίδια ευθύνη. Αθώοι όμως δεν είμαστε. Ο καθένας φέρει το κομμάτι της ευθύνης που του αναλογεί. Αυτό που πονάει είναι ότι δεν πληρώνουμε ανάλογα. Φταίμε λιγότερο και πληρώνουμε πολύ, τη στιγμή που άλλοι με σαφώς μεγαλύτερες ευθύνες ακόμα και αυτή την ώρα που γράφω παίζουν παιχνιδάκια στις πλάτες μας.

Το χειρότερο απ’όλα, αυτό για το οποίο φέρουμε και τη μεγαλύτερη ευθύνη, είναι ότι όλοι αυτοί είναι δικές μας επιλογές. Σύσσωμο το ελληνικό κοινοβούλιο της πλάκας, υπάρχει γιατί εμείς του το επιτρέψαμε. Βγήκε με τη δική μας βούληση, με τη δική μας επιπόλαια στάση απέναντι στην πολιτική και τη χώρα, με τη δική μας ανοχή. Ανοχή, συνενοχή.   
Στο έγκλημα λοιπόν που συντελέστηκε στη χώρα, και που εξακολουθεί να συντελείται είμαστε όλοι συνένοχοι. Αυτό φάνηκε για άλλη μια φορά από την σιωπή μας μπροστά στη ευθύνη, μπροστά στην πράξη, μπροστά στη δημοκρατία. Η σιωπή καθιστά συνενοχή. Και γι’αυτό το έγκλημα θα πληρώσουμε όλοι. Δυστυχώς δυσανάλογα.
Ας προσέχαμε όμως ή έστω ας προσέξουμε από εδώ και μπρος. Άλλωστε όπως λένε και οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι : If you cant do the time, dont do the crime.


  (Μια μικρή παρένθεση για λόγους εκτόνωσης. Από αύριο ξαναγυρνάω στα γνωστά μου.)