Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

μάσκες πουλάνε στο παζάρι

Χαζεύω περιοδικά και ξεφυλλίζω διαφημιστικά έντυπα, πίνω καφέ και ακούω τους θορύβους της πόλης που ετοιμάζεται να περάσει απ’τη ζέστη της μέρας στη θέρμη της νύχτας.
Έπεσε στα χέρια μου τις προάλλες ένα από αυτά τα φυλλάδια που διαφημίζουν αγορά χρυσού. «Δίνουμε αξία στα παλιά σας κοσμήματα» και «μετρητά σε πέντε λεπτά» ήταν γραμμένα με μεγάλα γράμματα, κίτρινα, χρυσά, να μπορούν να το διαβάζουν οι παλαιότεροι και να δελεάζονται οι νέοι. Αγορά χρυσού και θυμήθηκα τα παλιά χρόνια τότε που μου έλεγε η γιαγιά μου ιστορίες από την κατοχή, ιστορίες φτώχιας και πείνας, με μαυραγορίτες, χρυσά δόντια και λιγοστό ψωμί. Θυμήθηκα φράσεις «κατοχικές» τύπου «μην αφήνεις τη μπουκιά σου» που κάναν εμάς τα παιδιά να απορούμε και να κοροϊδεύουμε και λίγο την μακρινή αγωνία της έλλειψης. Εμείς τα παιδιά της αφθονίας, του μέλλοντος. Πιτσιρίκια και απορούσαμε για τις πρακτικές του παρελθόντος, για τα συντηρητικά, φοβισμένα μυαλά των μεγάλων, για την αποπνικτική ηθική και τη γεμάτη στερεότυπα ζωή τους. Αγοροπωλησία χρυσού και θυμήθηκα και κάτι λίρες –δώρα παππούδων στα νεογέννητα παιδιά μου- να’ναι «χρυσή» η ζωή τους και συμβουλές για φύλαξη αυτών αφού «το μόνο που δεν χάνει την αξία του είναι ο χρυσός». Και γελούσα τότε με την εμμονή στο χτες και στις νουθεσίες του. Και τώρα κρατάω στα χέρια μου φυλλάδιο μιας «σύγχρονης επιχείρησης» και αναρωτιέμαι, πότε μπήκαμε στην μηχανή του χρόνου και γυρίσαμε πίσω και γιατί. 
Και γελούσα με ιστορίες κοινωνικής συμπεριφοράς, για τη θέση της γυναίκας στο χτες, για τον τρόπο που ερωτεύονταν, έκαναν σχέσεις και παντρεύονταν τα κορίτσια που ήταν πράγματι «κορίτσια», και γελούσα και θύμωνα παράλληλα. Μέχρι που άκουσα δήλωση φίλης να απειλεί – τον εαυτό της και μόνο- πως αν δεν παντρευτεί μέχρι τα σαράντα θα πάει σε γραφείο συνοικεσίων. Παντρεύτηκε λίγο πριν κλείσει τα τριάντα έξι και  γλίτωσε το νυφοπάζαρο και τις μεγάλες εκπτώσεις, για τις μικρές δεν ξέρω και δεν μιλώ, ο καθένας επιλέγει τις δικές του. Παντρεύτηκε και έβαλε τη χρυσή τη βέρα στο δεξί και δηλώνει ευτυχισμένη, μοιάζει ευτυχισμένη, ίσως η ευτυχία δεν χρειάζεται πεταλούδες στο στομάχι, μόνο ένα τραπέζι για δύο σε μια ψαροταβέρνα δίπλα στη θάλασσα.   
Διαβάζω για το μεταναστευτικό και τις σκέψεις πολλών νεοελλήνων για τη θέση των μεταναστών στην Ελλάδα, σύγχρονοι δούλοι –μόνο ως τέτοιοι μπορούν να γίνουν ανεκτοί, σε λίγο θα στηθούν πάγκοι και σκλαβοπάζαρα στις πλατείες και οι δημοκράτες χριστιανοί, απόγονοι του Περικλή και του Σωκράτη θα αποφασίζουν δια βοής τη μοίρα μαυριδερών ξένων. Θα αποφασίζουν τη σκλαβιά των άλλων χωρίς να βλέπουν τις δικές τους αλυσίδες. Σκλάβοι σε εταιρίες και τράπεζες, σε παπάδες και πολιτικούς,  δημαγωγούς, προαγωγούς ανέχειας και μίσους. Και θα φεύγουν για άλλους τόπους όπου οι μαυριδεροί ξένοι θα’ναι τώρα αυτοί και η βοή θα αφορά στη δική τους μοίρα. Στη δική τους ζωή.
Και γυρίζει ο χρόνος πίσω, όλο βήματα στο χτες νιώθω πως περπατάμε και ίσως είναι λογικό, δεν ξέρω, ίσως να είναι λογικό η ανασφάλεια να σε πάει στα πριν, στα γνωστά, τα σίγουρα. Σαν κάτι φρεσκοχωρισμένους που τα φτιάχνουν ξανά με κάποιο πρώην για να νιώσουν πως ξέρουν πού βαδίζουν και πως όλο και κάτι ορίζουν. Ίσως να είναι λογικό να κλείνουν οι ψυχές και να στενεύουν, να γίνονται δικαστές και τιμωροί τα λόγια και στεγνά τα σώματα. Ίσως να είναι λογικό να μιλάμε για τις αξίες του έθνους και της ελληνικής οικογένειας, για ηθική και θρησκεία την ώρα που γίναν σπίτια τα πεζοδρόμια και κρεβάτι τα παγκάκια.
Ρίχνω άλλη μια ματιά στο φυλλάδιο πριν το πετάξω στα σκουπίδια, θόλωσαν απ’τα χρυσά τα γράμματα τα μάτια μου, πνίγηκε μες το χρυσό η ανάσα μας, αγοροπωλησίες κοσμημάτων, χρυσές ευκαιρίες για δουλειά στο εξωτερικό και μια χρυσή αυγή στη κοινοβούλιο. Όσο περισσότερος χρυσός στη ζωή μας, τόσο πιο φτωχή αυτή γίνεται. Και πιο μαύρη.    


Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

μισό (ΙΙ)

Τις νύχτες της αρέσει να κάθεται αμίλητη καπνίζοντας. Κοιτάει το μαύρο ουρανό και προσπαθεί να μαντέψει πώς είναι η μέρα που ξημέρωσε στην άλλη πλευρά του κύκλου. Δεν θέλει κανένα ήχο δίπλα της πέρα από το ελαφρύ βουητό της πόλης και εκείνο το γκιώνη που μετακόμισε πιο πέρα και φωνάζει με πίστη. Φαντάζεται ιστορίες για ανθρώπους που δεν γνώρισε και σταυρώνει τα δάχτυλα κάνοντας ευχές που δεν πρόκειται να βγουν. Πίνει κόκα κόλα και μαζεύει αλογοουρά τα μαλλιά της.  Μένει μόνη. Ονειρεύεται πολύ. Ονειρεύεται συχνά. Σχεδόν δεν περνάει βράδυ χωρίς εικόνες στο μυαλό της.
Το πρωί πάντα νυστάζει. Φτάνει παντού αργοπορημένη. Ετοιμάζεται και φεύγει βιαστικά και φτάνει παντού αργοπορημένη. Πίνει τον καφέ της γλυκό και σιχαίνεται το γάλα. Περπατάει γρήγορα, ζωηρά και συνήθως μουρμουρίζει κάποιο τραγουδάκι που της έχει κολλήσει από μέρες. Το καλοκαίρι φοράει πάντα άσπρα. Της αρέσει να απλώνει τα ρούχα της στον ήλιο και τρώει βανίλια υποβρύχιο ώσπου να πάρουν να στεγνώνουν.  Λατρεύει τα καπέλα. Δεν έχει κανένα. Λατρεύει τα παιδικά κοκαλάκια. Έχει μια γυάλα απ’αυτά στο κομοδίνο της.
Γράφει σημειώσεις σε μπλοκάκια και στίχους σε χαρτοπετσέτες που έμειναν στο τραπέζι της κουζίνας. Τα φυλάει σε χάρτινα κουτιά μαζί με παιδικά ημερολόγια χρόνων. Μιλάει πολύ στις παρέες και καθόλου στο τηλέφωνο. Διαβάζει ιστορίες και μαγειρεύει μακαρονάδες. Γελάει πολύ. Κλαίει πολύ. Πάντα με την ψυχή της. Τη θυμώνουν αυτοί που παρκάρουν στις ράμπες και στα πεζοδρόμια. Που κλωτσάνε τα αδέσποτα. Που φτύνουν όταν περπατάνε.
Σιχαίνεται τις μέρες που νιώθει πως τα κάνει όλα λάθος. Την αμφιβολία. Την απουσία. Βασανίζεται. Κάθε πρωί ξαναρχίζει. Αντλεί δύναμη απ’τα τραγούδια και το φως της μέρας. Πιστεύει. Αγαπάει τα συνθήματα στους τοίχους και τους καλλιτέχνες του δρόμου.  Τις γαρδένιες και τα μαγιάτικα στεφάνια. Τις ήσυχες παραλίες και τις βαθιές θάλασσες. Τις γρανίτες.
Μένει μόνη. Ονειρεύεται πολύ. Ονειρεύεται συχνά. Σχεδόν δεν περνάει βράδυ χωρίς εικόνες στο μυαλό της.




φωτογραφία Sally Mann

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

μισό (Ι)

Οι στιγμές αυτές, οι στιγμές που καθόταν στο γραφείο του, -κούπα δίπλα του με καφέ σκέτο- οι στιγμές που χάνονταν οι σκέψεις του μπροστά στην οθόνη ενός λαπτοπ, χάνονταν περιπλανώμενες μόνο για να επιστρέψουν πάλι, να επιστρέψουν πιο δυνατές, πιο καθαρές, συγκροτημένες, να αποκτήσει το βίωμα λόγο και το ένστικτο φωνή, να βρεθούν οι λέξεις, να πάρουν σειρά, να γραφτούν σ’ένα ατελείωτο χαρτί, να γραφτούν, να μείνουν- οι στιγμές αυτές ήταν οι καλύτερές του.   
Του άρεσε να γράφει τις ιστορίες του παρέα με ιστορίες άλλων, να κρύβει και να αποκαλύπτει, ένα ατελείωτο κρυφτό πίσω από λέξεις, παραγράφους και σημεία στίξης που λέγαν τόσα πολλά ή μπορεί και τίποτα, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής και τη μέρα. Στην αρχή της εβδομάδας ξεκινούσε με ενθουσιασμό. Έβγαζε από μέσα του όλο εκείνο το πάθος, την αισιοδοξία και το πείσμα που τον χαρακτήριζε απ’τα μικράτατά του, από τότε που όρθωνε ανάστημα –ύφος ακέραιης βεβαιότητας, στάση πολεμική παρά τις ιδρωμένες παλάμες και το καρδιοχτύπι- έτοιμος να πει χίλια ναι, χίλια όχι.
Προς τη μέση, ένιωθε να αλλάζει κάτι. Όχι, δεν ήταν η βεβαιότητα που τον εγκατέλειπε, ούτε το πείσμα, αλλά να, ο ενθουσιασμός του σαν να θάμπωνε λιγάκι, έτσι όπως θαμπώνουν τα μάτια απ’το φως της μέρας που πέφτει ξαφνικά στο πρόσωπο. Κοιτούσε γύρω του και δεν ήξερε τι ήταν αυτό που άξιζε την πίστη του. Άφηνε το βλέμμα στα λερωμένα πεζοδρόμια, τους αδιάφορους περαστικούς, τα δέντρα της διπλανής αυλής και δεν ήξερε πώς να γεμίσει την κιβωτό του. Με τι. Με ποιον. Και γιατί.
Προς το τέλος της βδομάδας, όλες του οι λέξεις ακούγονταν ξένες. Βέβαιες μα αυστηρές. Έλειπε το χάδι τους και αυτό το κάτι που γλυκαίνει τα μέσα σαν κάτι καραμέλες που διαφήμιζαν παλιά. Ανακατεύονταν τα ναι του και τα όχι, χίλια κομμάτια οι προτάσεις, θυμωμένες οι τελείες, μοναχικές. Ακόμη και τότε όμως, δεν σκέφτηκε ποτέ να σταματήσει να γράφει. Ούτε μια στιγμή δεν πέρασε η παραίτηση απ’το μυαλό του, όσο είχε το μυαλό του θα’ταν γεμάτο λέξεις που ζητούσαν να γραφτούν, να μείνουν. Κι’αυτός εκεί. Αφεντικό και υπηρέτης τους. Δάσκαλος και μαθητής. Μα πάνω απ’όλα φίλος.
Και κάπως έτσι συνέχιζαν οι κύκλοι του. Οι εβδομάδες. Οι μέρες. Γιατί κάπου εκεί, ανάμεσα στο τέλος της εβδομάδας και στην αρχή της επόμενης, όλο και κάποιος περαστικός θα έριχνε το βλέμμα πάνω του. Μέσα στη ματιά του. Και μια στις τόσες αυτό το βλέμμα κάτι θα έλεγε. Κάποια ιστορία θα είχε να διηγηθεί. Και όλο και κάποιο χαμόγελο θα έσκαγε στα μούτρα του. Και θα φωτίζονταν ξανά το πρόσωπό του και το πείσμα του. Και θα ήξερε το γιατί και θα υποπτευόταν τα υπόλοιπα.
Θα ξημέρωνε Δευτέρα και αυτός θα ήταν πάλι εκεί.       




φωτογραφία Sally Mann

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

στο κάτω κάτω

Φάνηκε στη στάση να περιμένει το λεωφορείο, εντυπωσιακή μέσα στο λευκό της φόρεμα, φάνηκε στη στάση να περιμένει και ήταν το γεγονός αυτό από μόνο του το πιο εντυπωσιακό απ’όλα. Κοιτάζοντάς τη δε φανταζόταν κανείς πως μπορούσε αυτή να περιμένει κάτι, οτιδήποτε –πόσο μάλλον κάτι τόσο πεζό όπως ένα λεωφορείο, ένα λεωφορείο της γραμμής, ένα λεωφορείο μιας διαδρομής θα έλεγε κανείς μονότονης, ασήμαντης, καθημερινής.
Φόρεμα, παπούτσι, γυαλί, όλα να τρίζουν, να μιλάνε άλλη γλώσσα, να στέκονται αμήχανα δίπλα στη σκόνη της πόλης, να έχουν μια κίνηση δική τους, αυτόνομη, σαν να θέλουν να δραπετεύσουν απ’το κάδρο, απ’την εικόνα αυτή που δεν είναι, δεν ήταν ικανή να τα χωρέσει. Ένιωθε τη ζέστη στο σώμα της, ένιωθε την κάψα του καλοκαιριού να παραλύει το μυαλό της, αποχαυνωμένες οι αισθήσεις, αδέσποτες οι σκέψεις, ελεύθερες.
Πέρασε ένα χειμώνα να λυπάται, να αγανακτεί, να θυμώνει και να βρίζει χαμηλόφωνα, να αγωνιά για τους αδέσποτους αυτής της πόλης, -σαν τις σκέψεις της και αυτοί, τριγυρίζουν στα χαμένα, αδέσποτοι, ελεύθεροι. Ελεύθεροι, χαμένοι. Πέρασε ένα χειμώνα με τη σκέψη να βασανίζεται, με τη σκέψη των άλλων, με τον πόνο των άλλων, μα ήρθε επιτέλους το καλοκαίρι και ο πόνος των άλλων είναι αλήθεια κρατάει λίγο -περνάει εύκολα ο πόνος που δεν ανήκει σε μας- ξεθώριασε, σαν τα συνθήματα στους τοίχους που ξέβαψαν κάτω απ’το φως της επόμενης μέρας. Ξεθώριασε.
Είναι και το καλοκαίρι που την πυρώνει μέχρι μέσα και γεννά νέους τριγμούς στο σώμα, είναι άλλα τα λόγια που θέλει χαμηλόφωνα να πει, ήρθε το καλοκαίρι και εντάξει, πρέπει κι’αυτή να ζήσει, πρέπει να κοιτάξει τη ζωή της, να οργανώσει τις διακοπές της, τα νησιά την περιμένουν, η ξεκούραση την περιμένει και οι παραλίες με τη χρυσή την άμμο στα πόδια της, πρέπει να αφήσει για λίγο τις αγωνίες και τις κραυγές του χειμώνα, τις διαδρομές των αστικών λεωφορείων και τα θυμωμένα βλέμματα.
Με το λευκό φουστάνι της θα προχωρά, παπούτσι, γυαλί στην τρίχα, θα ντύνεται τον πιο καλοκαιρινό της εαυτό, αρκετά με τις αγωνίες και τον πόνο των άλλων, θα φορέσει το πιο ανέμελό της πρόσωπο κι’ας περιμένει με τις ώρες στη στάση, κι’ας την πνίγει η σκόνη του δρόμου, το καλοκαίρι είναι εδώ, λύσεις και απαντήσεις θα’ρθουν το χειμώνα, το καλοκαίρι έφτασε, ο πόνος φεύγει. Πάει.
Στο κάτω κάτω, πρέπει και αυτή να ζήσει.