Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

ξέρεις

Ξέρεις, είναι που πολλές φορές κολλάς. Είναι που κολλάς σε κάτι νότες και τις αφήνεις να αιωρούνται πάνω απ’το κεφάλι σου για μέρες, σαν αυτά τα μπαλόνια με ήλιο που χαιρόμαστε να κοιτάμε σαν πετάνε μα τα κρατάμε σφιχτά μη τυχόν και μας φύγουν, μην πετάξουν ψηλότερα απ’όσο φτάνει το χέρι μας. Και τα δένουμε στο χέρι γύρω απ’τον καρπό όπως τότε που ήμασταν παιδιά και ένα τέτοιο μπαλόνι μας ήταν αρκετό. Αυτό και ένα μαλλί της γριάς. Και τώρα κλαις για κάτι που άκουσες στις ειδήσεις και τρίζεις τα δόντια με θυμό και παθιάζεσαι και διαολίζεσαι κι’όλο για χαμένες ιδέες μιλάς.
Και κολλάς σε κόμματα και τελείες, σε παύσεις και ερωτηματικά και μπορείς να γυρνάς μέρες ολόκληρες γύρω από μια τελεία, να την μυρίζεις και να την αφουγκράζεσαι, να εξετάζεις κάθε της όψη, προφίλ, ανφάς, γύρω-γύρω απ’την τελεία ή το κόμμα ή ό,τι επέλεξες να γίνει πάλι ο γολγοθάς σου. Και γυρνάς γύρω γύρω όπως γυρνούν οι γάτες γύρω απ’την ουρά τους και μετά απορείς που ζαλίζεσαι και μεθάς.  
Και ξαφνικά πιάνεσαι από κάτι ηλιόλουστες μέρες και αυθόρμητα χαμόγελα στο δρόμο, από ιστορίες που θυμίζουν παραμύθια και πιστεύεις ξανά στο αύριο και στο καλό το τέλος. Και περπατάς στην πόλη και ονειρεύεσαι και η ομορφιά χύνεται μέσα σου σαν καφές ελληνικός που φούσκωσε στο μπρίκι. Καφές, ζάχαρη, νερό, δυο τρία πράγματα μετράνε στον κόσμο όλο, μα όλο τα χάνεις και ψάχνεις να τα ξαναβρείς. Και ξαφνιάζεσαι πάλι απ’την αρχή με πράγματα που ξέρεις και αναρωτιέσαι για τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις τους. Και έτσι κοιμάσαι και έτσι ξυπνάς.   
 Ξέρεις, είναι που πολλές φορές κολλάς. Και σιγοτραγουδάς για μέρες τον ίδιο σκοπό. Και πνίγεσαι στις ίδιες λέξεις. Για να μάθεις πάλι να τις γράφεις, τις συλλαβίζεις ξανά. Βου και α, βα. Και κάπως έτσι προχωράς. Ξέρεις.  



φωτογραφία Willy Ronis
   

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει

Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει. Θα έρχονται οι μέρες και θα φεύγουν και θα λέμε καλημέρα το πρωί και όνειρα γλυκά το βράδυ και θα σκεπαζόμαστε να ακούμε τους ήχους της νύχτας και τον απόηχο της μέρας ν’ακούμε και τη μικρή φωνή που κρατάμε στα μέσα μας σαν ξυπνητήρι. Θα αγανακτούμε και θα φρίττουμε, θα απογοητευόμαστε και στα κρυφά θα κλαίμε, θα βγάζουμε δάκρυα οργής και στεναγμούς θλίψης για όσα γίνονται μπροστά μας και πληγώνουν τα μάτια μας και πληγώνουν σώματα κουρασμένα και ψυχές κυνηγημένες απ’τον καιρό και τον άνθρωπο. Στα κρυφά θα κλαίμε μα μετά θα προχωράμε πάλι, και θα χτυπάμε το χέρι στο τραπέζι και το κεφάλι στον τοίχο, μα απ’αυτόν τον τοίχο θα κρατιόμαστε και θα ανταμώνουμε σε γειτονιές και σε λεωφόρους, θα ανταμώνουμε και θα κρατιόμαστε με τα χέρια πλεγμένα και τα πόδια στητά. Και σίγουρα.
Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει. Θα έρχονται οι μέρες και θα φεύγουν και θα παλεύουμε και θα’ναι ο αγώνας μας άνισος μα θα τον δίνουμε έτσι κι’αλλιώς. Θα μας αρέσει αυτός ο άνισος αγώνας, θα μας αρέσει που τον δίνουμε γιατί η καρδιά μας πάντα για τον Δαβίδ σκιρτούσε, αυτόν από μικροί αγαπήσαμε, αυτός κέρδισε την ευχή μας την ώρα που κλείνουμε το τσίνορο στα δάχτυλα. Θα παλεύουμε κι’ας ξέρουμε πως σε τέτοιους αγώνες μια φορά στις εκατό κερδίζεις, μα αξίζει τα πάντα αυτή η μία φορά, γι’αυτή τη μία φορά ζούμε, για τη μαγική στιγμή της απρόβλεπτης νίκης, για τον έξαλλο πανηγυρισμό του πιο απίθανου αποτελέσματος. Αυτά τα αποτελέσματα αγαπήσαμε κι εκεί ρίξαμε τα λεφτά μας. Θα σταυρώνουμε τα δάχτυλα και θα συνεχίζουμε και θα’ναι το πείσμα χαραγμένο στο μούτρο μας και η πίστη σε ένα όνειρο που γράφτηκε απ’τον άνθρωπο κάποια στιγμή στον ουρανό και περιμένει τα ξόρκια μας να γίνει αλήθεια. Στ’ορκίζομαι.
Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει. Θα έρχονται οι μέρες και θα φεύγουν και θα παλεύουμε, για να μπορούμε να λέμε καλημέρα το πρωί και όνειρα γλυκά το βράδυ, θα κρατιόμαστε απ’τη ζωή να προχωράμε και θα ανεμίζουμε λευκή σημαία στο δρόμο μας, λευκή σημαία όχι της παράδοσης μα αντίθετα της νίκης. Θα προσδοκούμε και θα ελπίζουμε και θα ποντάρουμε στην αγάπη και στης Ιστορίας την τούμπα θα ποντάρουμε, και στο αύριο που δεν το σταματά κανείς. Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει και κάθε φορά που βραδιάζει θα ξημερώνει και θα κοιτάμε τις μελανιές στο σώμα μας και τα χαμόγελα στο βλέμμα θα μετράμε και θα αγαπάμε τις μελανιές όσο και τα χαμόγελα θα τις αγαπάμε και θα τις προσέχουμε μέχρι να σβήσουν, θα τις χαϊδεύουμε μέχρι να σβήσει το κορμί και να μείνει το χαμόγελο, θα κλείνουμε τα μάτια σου λέω και θα χαμογελάμε, γιατί θα ξέρουμε πως θα’ναι η ζωή αυτή που θα χορεύει πανηγυρικά πάνω απ’το δικό μας πτώμα.   



φωτογραφία Diane Arbus