Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

στο τέλος της μέρας


Στο τέλος της μέρας, χιλιάδες σκέψεις έχουν περάσει από το μυαλό σου. Έχουν έρθει και έχουν φύγει, όπως ανεβαίνουν τα νερά στο χώμα κάτι μέρες με παλίρροια. Έχουν έρθει και έχουν φύγει και μαζί τους πήγαν και δεκάδες ποστάκια, ποστάκια που έγραψες νοερά για να τα σβήσεις μετά όλα, σαν να ήταν σημειώσεις σε αυτοκόλλητα χαρτάκια. Τα έγραψες και τα έσβησες, σαν να κρατούσες στο ένα χέρι το μολύβι και στο άλλο γομολάστιχα, ή μπορεί να μην τα έσβησες εσύ, μπορεί απλά να σβήστηκαν μόνα τους, έτσι καθώς αλλάζουν οι ώρες και οι διαθέσεις. Όπως προχωράει η μέρα και η αρχική σκέψη -αυτή που τόσο σε ενθουσίασε- ξεθωριάζει από το επόμενο ερέθισμα ή από το χρόνο που περνάει και την κούραση που μαζεύεται στους ώμους και σ’αυτό το σημείο εκεί, χαμηλά στον αυχένα. Και είναι φορές που δεν θυμάσαι καν πόσα ήθελες να πεις και σε ποιον να μιλήσεις. Και στ’αλήθεια, τι να εξηγήσεις.






φωτογραφία Sally Mann

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

πρωινό Δευτέρας, σπίτι


Κάτι τέτοια πρωινά, που έχω άδεια και είμαι σπίτι, νιώθω το κορμί μου να θέλει να μουχλιάσει πάνω σ’ένα καναπέ. Λίγο το κρύο έξω, λίγο το κενό που αφήνουν φεύγοντας οι γιορτές, γυρνάω με πυτζάμες και παντόφλες από δωμάτιο σε δωμάτιο, σέρνοντας βήματα και σκέψεις, μες την μαυρίλα και την καταχνιά, με μόνη επιθυμία να βουλιάξω σε ένα μαλακό στρώμα και να μείνω εκεί, κουρουριασμένη, σαν το νεογέννητο στην αγκαλιά της μάνας.

Και πάντα αναρωτιέμαι τι είναι αυτό, που κάθε φορά, λίγο πριν την οριστική παραίτηση, με κάνει να σηκώνομαι για να κάνω ντους και να ντυθώ. 





η φωτογραφία από κάπου αλλού

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

super something


Τι κρίμα σκέφτηκες, τι κρίμα, μεγάλωσες και δεν σου επιτρέπονται πια οι αφέλειες, δεν σου επιτρέπεται η αισιοδοξία και αυτή η ανόητη πίστη στα παραμύθια. Δεν σου επιτρέπεται η ανάλαφρη διάθεση και αυτή η κακή σου συνήθεια να περπατάς μουρμουρίζοντας κάποιο σκοπό κολλημένο στο μυαλό σου, αντιπρόσωπο της μέρας και μιας κρυφής σου σκέψης. Μεγάλωσες και πρέπει να αρχίζεις τη μέρα σου ορθά, με λογική, πρώτη ώρα αριθμητική, ένα και ένα κάνουν δύο, αυτό είναι έτσι και το άλλο αλλιώς, πού καιρός για ονειροπολήσεις και ανοησίες, ένα και ένα κάνουν δυο, μεγάλωσες.

Μεγάλωσες, και έφτασε το δεκατρία, μπήκε το δεκατρία και το μόνο που σκέφτεσαι είναι πώς θα βγει, πώς θα κυλίσει και πόσα θύματα θα αφήσει πίσω του. Μπήκε το δεκατρία και σαν δρόμος μετ’εμποδίων μοιάζει φέτος η διαδρομή κι όλη σου η αισιοδοξία κρέμεται σ’ένα ερωτηματικό και πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στην πραγματικότητα και την πίστη σου στον άνθρωπο και σ’ό,τι μαγικό κουβαλάει μέσα του αυτός. Βλέπεις τη ζωή σαν την βαλίτσα του Σπορτ Μπίλλυ και πάντα περιμένεις κάτι απίστευτο να βγει από κει, ένα ποδήλατο που πετάει, μια φυσαρμόνικα από σοκολάτα ή ένα καλύτερο αύριο για όλους.

Μπήκε το δεκατρία και θέλεις απλά να κάνεις μια ευχή, θέλεις να κάνεις μια ευχή που να μην έχει σχέση με την αριθμητική, θέλεις να κάνεις μια τεράστια ευχή που να ξεπερνά εσένα και τον κόσμο σου, να ξεπερνά το ένα κι’ ένα και κάθε λογική, μια ευχή απ’αυτές που κουβαλάς από παλιά και ψιθυρίζεις την ώρα που πέφτουν τ’αστέρια. Ή έστω δευτερόλεπτα μετά.

Κλείνεις τα μάτια και εύχεσαι φέτος να γίνεις σούπερ ήρωας, ένας σούπερ ήρωας σαν αυτούς στα κινούμενα σχέδια που έβλεπες παιδί, ένας σούπερ ήρωας κι’ας μην ήσουν ο σούπερμαν, ας ήσουν απλά ο σούπερ γκούφη. Ας ήσουν ο σούπερ γκούφη να τρως αυτά τα πελώρια φυστίκια και να διορθώνεις κάθε αδικία ή ο φάντομ ντακ με εκείνη τη φοβερή του μάσκα, που έκρυβε τάχα την ταυτότητά του. Να γίνεις σούπερ ήρωας και να πετάς πάνω απ’την πόλη τραγουδώντας δυνατά της κάθε μέρας το σκοπό, να τραγουδάς και να βγαίνεις από φλεγόμενα σπίτια αγκαλιά με κοιμισμένα παιδιά, να σταματάς τις σφαίρες στον αέρα με το καπέλο σου, να παγιδεύεις το μίσος και τον παραλογισμό του κόσμου μες την απόχη σου. Μπήκε το δεκατρία και εύχεσαι απλά να γίνεις σούπερ ήρωας.

Να πετάς πάνω απ’την πόλη, το ρολόι του κόσμου να χτυπάει μεσάνυχτα και η κάπα σου να’ναι φάρος μέσα στη νύχτα.