Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

περιπλανώμενες σαπουνόφουσκες



Ζούμε μέσα σε μικρές ιπτάμενες σφαίρες. Μέσα σε φούσκες που αιωρούνται ψηλά, ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους ενός  μαγικού δωματίου, στο έλεος ενός μικρού ρεύματος αέρα, κάθε φορά που ανοίγει κάποιο παράθυρο. Ζούμε σε πολύχρωμες μπάλες από σαπούνι, ένας-ένας ή και δυο- δυο, τρεις- τρεις μαζί, -σε μικρές ή μεγαλύτερες μπάλες- ανάλογα με το πόσο ψηλό είναι το καπέλο μας ή με το πόσο ανοιχτά είναι τα βήματά μας.

Προχωράμε δίπλα ο ένας στον άλλο και χαμογελάμε με αγάπη ή προσπερνάμε με αδιαφορία, πλησιάζουμε και απομακρυνόμαστε ξανά και ξανά με χορευτικές κινήσεις, φοβούμενοι πάντα μη τρακάρουν οι φούσκες μας, μη σπάσουν απότομα αφήνοντας μας στο έλεος μιας ελεύθερης πτώσης πιο τρομακτικής από κάθε ρεύμα αέρα. Ερχόμαστε κοντά όσο πρέπει για να ανταλλάξουμε συνταγές μαγειρικής ή ευχές για αιώνια ευτυχία και στριφογυρίζουμε χαρούμενοι, βουίζοντας σαν μικρές μέλισσες, κάθε φορά που μοιραζόμαστε ένα τραγούδι ή ένα δροσερό ποτήρι κρασί.

Αγγίζουμε ο ένας τον άλλο μέσα από μια λεπτή επιφάνεια γλυκερίνης, γράφουμε μηνύματα στον αέρα με το δάχτυλό μας και αφήνουμε μικρά φιλιά να κρέμονται από τις κουρτίνες μας. Κοιταζόμαστε με αμηχανία και περιμένουμε, περιμένουμε και κοιταζόμαστε και κάπου κάπου φυσάμε με δύναμη προς την κατεύθυνση της λογικής ή της τρέλας μας, κόντρα στα ρεύματα του αέρα,  βάζoντας τη θέλησή μας πάνω απ’τη δύναμή τους.

Ζούμε μέσα σε μικρές πολύχρωμες φούσκες που αιωρούνται παρέα με μικρά σωματίδια σκόνης, ανάμεσα σε λεπτά νήματα φωτός. Ζούμε δίπλα δίπλα και περιμένουμε τη μαγική -μια στο τόσο- στιγμή, που οι μικρές ή μεγάλες φούσκες μας θα έρθουν κοντά η μία στην άλλη, θα ενωθούν με μια φιγούρα λίγο αδέξια, για να γυρίζουμε πια παρέα τον κόσμο, ψάχνοντας τη μία άκρη του ουράνιου τόξου ή ό,τι άλλο επιθυμήσουμε.   



Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

στις γειτονιές


H. C. Bresson


Και σκεφτόμουν να βγαίναμε που λες στους δρόμους σα να’ μασταν παιδιά, σα να’ μασταν παιδιά και να μην ξέραμε τίποτα, σα να’ μασταν παιδιά και να τα ξέραμε όλα. Και θα βγαίναμε έξω να γεμίσουμε τον τόπο με τις φωνές και τα τραγούδια μας και εκείνη την αίσθηση που μας έμεινε απ’τα παλιά μαζί μ’ ένα μικρό σημάδι που κρατάς πάνω απ’το δεξί σου φρύδι. Μ’αυτή την αίσθηση που έφερνε χαμόγελα στον ύπνο μας και ζάλιζε τις μέρες και τις νύχτες μας, αφήνοντάς τες να περνούν αγγίζοντάς μας δροσερά, σαν ένα κομμάτι βρεγμένο ύφασμα στο μέτωπό μας. Και γυρνούσαμε τους δρόμους και τις πλατείες και δεν είχαμε συνθήματα να φωνάξουμε, συνθήματα ήταν οι φωνές και τα γέλια μας και η πίστη μας στο αύριο και σ’ό,τι κουβαλούσε το μυαλό μας.

Θα βγαίναμε που λες σαν άλλοτε και θα πιανόμασταν απ’το χέρι, θα πιανόμασταν απ΄το χέρι να περπατήσουμε και να γυρίσουμε ξανά τις γειτονιές μας, μήπως την πίστη απ΄τα τότε συναντήσουμε και βγει ξανά να μας πει ιστορίες σαν εκείνες που κάποτε ακούγαμε με μάτια κλειστά και πλεγμένα χέρια. Και θα πλέξουμε τα χέρια μας ξανά και παρέα θα τα σηκώσουμε ψηλά, θα τα σηκώσουμε ψηλά να τινάξουμε μακριά τη θλίψη και τη μιζέρια και τη σκόνη ενός κόσμου που μας πούλησε σαν καραμέλες στου χωριού το παζάρι. Θα τα σηκώσουμε ψηλά να πιαστούμε απ΄τις σταγόνες της βροχής και απ’ ό,τι άλλο έχει μείνει καθαρό και όμορφο, απ’τις σταγόνες της βροχής και από αυτό το πείσμα που μας κρατάει όρθιους μέχρι να’ρθεί το καλοκαίρι.

Θα βγούμε στους δρόμους και θα’μαστε αγκαλιά, θ’ανταμώνουμε με παρέες άγνωστες και κάπου, κάπου, θα κοιταζόμαστε και θα χαμογελάμε που βρήκαμε άνθρωπο ολόκληρο, θα κοιταζόμαστε και θα δίνουμε όρκο ζωής και πίστης στο αύριο και σ’ό,τι κουβαλάει το μυαλό μας. Θα μοιραζόμαστε κουλούρια με σουσάμι και κόκκινο κρασί και θα κοκκινίζουν τα μάγουλα, θα κοκκινίζει κι’η πλάση, θα δίνουμε πεταχτά φιλιά στα χείλη και τα μαλλιά και θα σταυρώνουμε τα δάχτυλα ψιθυρίζοντας υποσχέσεις και στιχάκια.

Θα γέρνω στον ώμο σου αμίλητη και συ που ξέρεις πως κάθε φλεβάρη μεγαλώνω, θα κοιτάζεις στα πέρα και θα μουρμουρίζεις σιγανά κάποιο τραγούδι στην υγειά μου.  



Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

στο φως


Tα χέρια μου ξεράθηκαν. Είναι ξερά και άγρια και με πονάνε. Βάζω κρέμα και τα χαϊδεύω. Μία, δύο, τρείς στρώσεις κρέμα και τα νιώθω να ζωντανεύουν ξανά. Κοιτάζω τα νύχια μου. Κοντά κομμένα και άβαφα. Πόσο μου αρέσουν τα άβαφα νύχια. Μου θυμίζουν τη μαμά μου που δεν έβαλε πάνω τους χρώμα ποτέ, εκτός ίσως από κανένα λευκό διάφανο το καλοκαίρι, έτσι για να πει ότι τα’φτιαξε. Βάζω ξανά λίγη κρέμα και σκέφτομαι πως τα άβαφα νύχια μου είναι κάτι σαν νήμα που με δένει με το παρελθόν μου. Με την οικογενειακή εστία και παράδοση. Είναι το κομμάτι του εαυτού μου στο οποίο καταφεύγω στα δύσκολα. Σαν κάτι παλιές συνταγές για εκμέκ παγωτό ή γλυκό κυδώνι. Τραγανό και μαλακό όσο πρέπει. Οικείο. Σαν κίτρινο μπαλόνι στο σκοτάδι.

Ποτέ μου δεν συμπάθησα τα μυστικά. Όχι ότι δεν μπορώ να κρατήσω μερικά, αλλά μου προκαλούν άγχος και συχνά και αμηχανία. Μου αρέσει το φως και οι άνθρωποι που ζουν μέσα σ’αυτό. “Που ζουν μέσα σ’αυτό”, μαλακίες αλλά εντάξει. Ό,τι κρυφό με ταράζει. Ναι, γενικά δεν μου αρέσουν τα μυστικά, εκτός από εκείνα τα χαζά, τα “κρυμμένα στης καρδιάς τα βάθη” που τραγουδούσε και η Αλίκη ασπρόμαυρα νομίζω και κομματάκι γλυκανάλατα. Ας είναι, χίλιες φορές αυτά.

Τώρα τελευταία ξαναδιάβασα ένα βιβλίο που αγαπώ πολύ. Τι είδε η γυναίκα του Λωτ,  της Ι. Μπουραζοπούλου, ένα βιβλίο με το οποίο είμαι βαθιά ερωτευμένη. Είχα πολύ καιρό να ερωτευτώ βιβλίο και χαίρομαι που γράφονται ακόμη βιβλία ικανά να με ξαναβάλουν σε τροχιά. Σκεφτόμουν ότι αν ποτέ συναντούσα τη γυναίκα που έγραψε αυτό το βιβλίο (και το Η ενοχή της αθωότητας, άλλη αγάπη αυτό) δεν θα ήξερα τι να της πω. Ίσως να έμενα σιωπηλή ή να έλεγα κάτι κοινότυπο όπως –λατρεύω τα βιβλία σας ή –σας ευχαριστώ που υπάρχετε ή μια τέτοια βλακεία τελοσπάντων. Απ’την άλλη και τι να πεις, φτωχά τα λόγια και ασήμαντα, καλύτερα να σταθείς βουβός και ακίνητος, να λαμπυρίζει στα μάτια σου το φως. Αθόρυβα, σαν ήρωας σε ταινία του βωβού κινηματογράφου. Μέσα στη σιωπή. Μέσα στο φως. Έτσι.

Τώρα που η μέρα έχει μεγαλώσει κάπως και αρχίζει να αχνοφαίνεται κάπου μακριά μια άνοιξη και ίσως κάποιο καλοκαίρι, όλο και μεγαλώνει η αίσθησή μου, πως δεν μπορεί, πάλι θα τα καταφέρουμε. Κάπως θα γίνει και θα επιστρέψουμε. Έτσι ή αλλιώς, θα βρούμε τον τρόπο, από κάπου θα πιαστούμε και θα την παλέψουμε. Ή εντάξει, έστω θα τη σκαπουλάρουμε. Ή κάτι τέτοιο. Ναι, κάτι τέτοιο. Γιατί όχι;