Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

καπούτ


Στην απειροελάχιστη περίπτωση που σήμερα θα έρθει τελικά το τέλος του κόσμου, θα ήθελα δυο λόγια να πω στην ανθρωπότητα και σ’όποιον άλλο τελοσπάντων ακούει.

Πέρασα καλά. Ευχαριστώ.

Τα λέμε.








Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα ξανά


Μια φορά και δυο καιρούς, τέντωσε τα αυτιά ν’ακούς,

Ήρθε μια Πρωτοχρονιά.

Ο Αι-Βασίλης ξεκινάει, τα δωράκια του να πάει.

Μα στο δρόμο ζαλιζόταν, ναι, κι’ανακατευόταν.

Βλέπετε είχε καταπιεί, είκοσι κιλά φαί.

Στοπ, στους τάρανδους φωνάζει.

Και με κόπο κατεβάζει, σ’ένα δάσος το έλκηθρό του.

Αχ, και να’χε το γιατρό του….

Και κάπως έτσι, με τα λόγια αυτά από το στόμα της πολυαγαπημένης μου θυγατέρας, ξεκίνησε η γιορτή του σχολείου στα προνήπια. Μικροί τάρανδοι, καλικαντζαράκια, κουνελάκια και ελαφάκια, στολισμένα έλατα και ένας άρρωστος Αι-Βασίλης σε μια παράσταση που άφησε εποχή. Γονείς και παππούδες να καμαρώνουμε τα βλαστάρια μας, φωτογραφικές μηχανές και κάμερες στην πρώτη γραμμή. Γλυκά και αναψυκτικά, αγκαλιές και φιλιά, δωράκια, κόκκινα μάγουλα και κοτσιδάκια. Χάρτινες καμπάνες και τρίγωνα κάλαντα. 
Χριστούγεννα, Χριστούγεννα ξανά.

Ανοίγω το φάκελο από την actionaid. Διαβάζω το γράμμα του μικρού Molefetsi και κοιτάω τις ζωγραφιές που μας έχει στείλει. Μας μιλάει για τους φίλους του, τη γιαγιά του, τα πράγματα που τον κάνουν χαρούμενο. Σημειώνω ν’ αγοράσω κάρτα για να του στείλουμε και γράφω ένα μικρό σημείωμα να τη συνοδεύει. Molefetsi. Ένας μικρός φίλος από μακριά, ένας μικρός φίλος που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ. Με εικοσιδύο ευρώ το μήνα μπορείς και συ να αποκτήσεις έναν μικρό φίλο κάπου στον κόσμο. Link δε σου δίνω, θα το γκουγκλάρεις και θα το βρεις. Με εικοσιδύο ευρώ το μήνα, προσφέρεις κάτι και κοιμάσαι λίγο πιο ήσυχα το βράδυ. Λίγο πιο ήσυχα, μόνο λίγο πιο, αφού πάντα θα φτάνουν στα αυτιά σου ήχοι να σε κάνουν να πετιέσαι απ’τον ύπνο σου στο σκοτάδι. Ήχοι από όπλα στραμμένα σε σώματα παιδικά. Απελπισία από κάθε γωνιά του πλανήτη. Φωνές που ζητούν φαγητό και ζέστη και στέγη. Κάτι να φάω και ένα μέρος για να κοιμηθώ. Περάσαμε από την ζωή στην επιβίωση, από τη χαρά στην ενοχή. Με εικοσιδύο ευρώ μπορείς και συ να διώξεις λίγη από την ενοχή. Ίσα μέχρι να τελειώσουν οι γιορτές. Μέχρι να καταπιείς τη γαλοπούλα και να τσουγκρίσεις δύο ποτήρια κρασί. Συμπληρώνω κάτι ακόμη σ’όσα γράφω στο σημείωμα και σκέφτομαι να αγοράσω μια από αυτές τις κάρτες με μουσική. Νότες από καμπάνες και τρίγωνα κάλαντα. 
Χριστούγεννα, Χριστούγεννα ξανά.

Περπατάω στην πόλη και απολαμβάνω τον παγωμένο αέρα στο πρόσωπό μου. Περπατάω γρήγορα, βιαστικά, παρόλο που δεν έχω κάποια δουλειά, γιατί αδυνατώ –τ’όμολογώ- να περπατήσω αργά. Κοιτάζω στολισμένες βιτρίνες, φωτάκια, κόκκινες μπαλίτσες και αγγελάκια και αφήνομαι να γεμίσω από αυτή την ατμόσφαιρα, τη γιορτινή. Έτσι καθώς προχωρώ και μουρμουρίζω το αγαπημένο μου Χριστουγεννιάτικο τραγούδι, το White Christmas, ξαφνικά συνειδητοποιώ γιατί αγαπώ τόσο πολύ τα  Χριστούγεννα. Είναι γιατί σαν τον πιο δυνατό έρωτα μπορούν και με παραμυθιάζουν κάθε, μα κάθε φορά. Γιατί παρά την απελπισία, την  αδικία και την ασχήμια που μας περιβάλλει, μου προσφέρουν ένα καθαρό σημείο, μια αφετηρία μέσα μου, απ’όπου ξεκινώ να πιστεύω και πάλι, ότι ναι, δεν μπορεί, θα έρθει αυτή η μέρα που θα είναι όλα πιο όμορφα, πιο αληθινά. Θα νικήσουν οι καλοί και θα φύγουν μακριά οι καλικάντζαροι, θα υπάρχει αγάπη και δικαιοσύνη και ανθρωπιά. Θα βγεις στους δρόμους με την καρδιά ανάλαφρη και το καπέλο σου βαλμένο έτσι, λιγάκι στραβά. Θα κοκκινήσει από το κρύο η μύτη σου και θα σηκώσεις το γιακά σου μέχρι τ’αυτιά. Θα νιώθεις ν’αγαπάς όλο τον κόσμο και όλος ο κόσμος σαν σε μιούζικαλ θ’αρχίσει με κέφι δυνατά να τραγουδά. Θα ηχήσουν κρυστάλλινες χαρμόσυνες καμπάνες, θα χορεύεις στο ρυθμό του τρίγωνα κάλαντα και θα’ναι Χριστούγεννα, Χριστούγεννα ξανά. 



  

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

dirty, dirty me


Παρασκευή βράδυ και έχω μαζέψει τόσα στο καλάθι μου που δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω. Μοιάζει σαν όλες οι προσδοκίες και οι επιθυμίες μιας εβδομάδας να στριμώχνονται κάπου ανάμεσα στο Παρασκευής απόγευμα – βράδυ Κυριακής. Ζούγκλα ο κόσμος έξω, πανικός. Μα σαν πέφτει το σκοτάδι μου’ρχεται πάλι αυτή η αίσθηση πώς όλα μπορούν να συμβούν και μια πίστη που ανάθεμα κι’αν ξέρω πού στηρίζεται και από τι πηγάζει.

Μπαίνω στο σπίτι και ανοίγω τα φώτα και τη μουσική δυνατά. Μ’αρέσει πώς μπερδεύονται έτσι απλά με μια μου κίνηση, το φως με το σκοτάδι. Έξω νύχτα, μέσα μέρα, καληνύχτα - καλημέρα.

Ξεχωρίζω τα ρούχα για το πλυντήριο και εύχομαι η μέρα που θα’ρθει να’ναι γεμάτη ήλιο. Να βγω το πρωί στο μπαλκόνι και ν’απλώσω τα ρούχα μου να στεγνώσουν έξω στον κρύο αέρα, μέσα στο φως.    

Παρασκευή βράδυ και έχω μια όρεξη διαολεμένη. Δεν υπάρχει καλύτερη μέρα, δεν υπάρχει καλύτερη ώρα από ένα τέτοιο βράδυ, για να μάθεις, να πεις, να δείξεις. Σκέφτομαι τι να βάλω και ανακατεύω τη ντουλάπα. Μπαινοβγαίνω στα δωμάτια μαζεύω κάτι από δω, κάτι από κει, μα το μυαλό μου πού να μαζευτεί. Αναρωτιέμαι, αν υπάρχει τίποτα που να ρίχνει φως στα μέσα μας περισσότερο από το σκοτάδι και αυτή την ανάγκη για ανατροπή. Να ανακατευτεί η τράπουλα, να μπερδευτούν τα φύλλα, να έρθουν οι άσσοι να βγουν απ’το μανίκι. Είναι η νύχτα μεγάλη, είναι η ζωή μας μικρή, είναι το τώρα εδώ και το αύριο κάπου πιο πέρα. Καληνύχτα – καλημέρα.

Αυτό το βράδυ, το μυαλό μου έχει κολλήσει σε μια σκηνή παλιά και αγαπημένη, ένα τραγούδι από εκείνα, ξέρεις, εκείνα. Μπορεί το καλοκαίρι να είναι καμιά κατοσταριά ποστ μακριά, όμως το’πα, έχω μια όρεξη διαολεμένη. Το παρακάτω βιντεάκι είναι για όσους δεν χρειάζονται εξηγήσεις, για όσους μεγάλωσαν γνωρίζοντας τι σημαίνει dirty dancing, ξέρουν από σώματα και επιθυμίες, για όσους – ας το πω απλά- νιώθουν στο πετσί τους τι θα πει, take my hand baby, wont ya walk with me?  




Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

οι ζωές κάποιων άλλων


Τρίτης τελείωμα. Γιόρταζε μια συνάδελφος σήμερα και μέσα στις ευχές που πήρε κάποιος της είπε “όμορφη και γεμάτη ζωή”. Αναρωτήθηκα ποια είναι τα συστατικά εκείνα που σου χαρίζουν μια όμορφη και γεμάτη ζωή. Και τι μένει από όλο αυτό πέρα από ένα άλμπουμ με γελαστές ή αμήχανες φωτογραφίες. Και γεμάτη και όμορφη. Σπουδαίο στοίχημα, σπουδαία ζωή. Αμήν.

Ακούω χειμερινούς κολυμβητές και “κάθε στιγμή η σκέψη μου”. Σιγοτραγουδάω και μ’αρέσει. Μου πάει η μουσική τους, είναι ό,τι χρειάζομαι μια τέτοια κρύα Δεκεμβριάτικη νύχτα. Βάζω μισό ποτήρι κόκκινο κρασί και -για χιλιοστή φορά τους τελευταίους μήνες- σκέφτομαι πώς θα ήταν να άναβα τσιγάρο. Θα ήταν ωραία. Ναι, θα ήταν. Κάθε στιγμή η σκέψη μου. Δίσκος, “Oχι λάθη, πάντα λάθη”. Μ’αρέσει αυτός ο τίτλος. Είναι σχεδόν λυτρωτικός. Φιλικός και καλοπροαίρετος. Σαν κάτι παππούδες ετοιμόρροπους, που σου χαμογελάνε με κατανόηση και σου δίνουν συμβουλές που δεν τους ζήτησες, πριν σου πουν την ιστορία της ζωής τους. Της μοναδικής τους ζωής.

Κοιτάω τις καλύτερες φωτογραφίες για το 12, εδώ. Κοιτάω και ξανακοιτάω, κολλάω και επιστρέφω και έχει κάτι το μαζοχιστικό αυτό, είναι μαζοχισμός να κολλάς σε ό,τι σε χαλάει. Το βλέμμα μου προσπαθεί να πιάσει το βλέμμα μιας νεαρής από το Μπαγκλαντές που μ’αποφεύγει, -εμένα και τον κόσμο όλο- το μυαλό μου σταματάει μπροστά σε πρόσωπα παιδιών, σε σώματα κακοποιημένα, σε χέρια πεινασμένα. Και κάθε φορά που τις βλέπω, κάθε φορά που βλέπω αυτό το παράλληλο σύμπαν αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν, πώς είναι δυνατόν να κινείται ακόμη η γη, να συνεχίζει, πώς δεν έχει ανοίξει στα δύο να μας καταπιεί, να μας εξαφανίσει, πώς το ρολόι συνεχίζει να γυρίζει και εγώ είμαι ακόμη εδώ και πίνω το κρασί μου γράφοντας μαλακίες, την ίδια στιγμή που ένα λιλά σαμπό αιωρείται εγκαταλείποντας ένα παιδικό καλτσάκι. Σ’ένα σύμπαν παράλληλο υπάρχουν ένα χαμένο λιλά σαμπό και κάποια εκατομμύρια ζωές. Ζωές κάποιων άλλων.






φωτογραφία Sally Mann

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

να πάει


Τι μέρα κι’αυτή, τι σύννεφο. Ήρθε και κάθισε πάνω μας όπως η πάχνη στο τζάμι κάτι πρωινά κοντά στη θάλασσα που σηκώνεσαι απ΄τις πέντε και πίνεις τον καφέ σου μαντεύοντας τη θέα πίσω απ’το παράθυρο. Κάθισε πάνω μας και μας βάρυνε, μα την διώξαμε εύκολα με μια κίνηση σαν να ανεμίζαμε τα μαλλιά μας μπροστά στο πιο ελαφρύ αεράκι, είπαμε όχι και τη διώξαμε, με μια κίνηση του κεφαλιού και ένα βλέμμα σταθερό είπαμε όχι κι αρνηθήκαμε. Και πάει.  

Πάει καιρός τώρα που θέλω να σου γράψω, να κάτσω έτσι λίγη ώρα να αφήσω πέντε αράδες αφιερωμένες, απ’αυτές που λαχταράμε να χαρίζουμε μα τρέμουμε μήπως τις δούνε άλλοι. Μήπως τις δούνε μάτια ξένα και γελάσουνε και νιώσουμε μικροί ξανά όπως τότε που φορούσαμε τη μπλε ποδιά με τ’άσπρα γιακαδάκια και τρώγαμε κουλούρι στο διάλειμμα   και σφίγγαμε τα χείλη να μην κλάψουμε όποτε μας πείραζε κανείς, σφίγγαμε τα χείλη και το κουλούρι στο χέρι με μανία και κοιτούσαμε το κακό στο πρόσωπο, για να μας δει να μάθει και φώτιζαν το βλέμμα μας τα λευκά τα γιακαδάκια και κείνο το πείσμα το ανυποψίαστο. Το ωραίο.

Πάει καιρός που θέλω να σου γράψω δυο λόγια για τούτο το καρδιοχτύπι το ακανόνιστο και το ρίγος στο σώμα που μιλάει. Για την μέρα και τη νύχτα και το χρόνο που περνάει. Για τον χρόνο που αιωρείται πάνω απ’τα κεφάλια μας, για το σώμα που αιωρείται ανάμεσα στη σκέψη και την επιθυμία, για την λαχτάρα των είκοσι, για την λαχτάρα των τριάντα. Για την ανάγκη που φουσκώνει στα μέσα σαν ποτάμι που γέμισε και ξεχείλισε και σε πήρε παραμάζωμα μαζί με κάτι κλαδάκια και φύλλα κίτρινα. Για κείνη την αίσθηση τη γνώριμη, την μοναδική, να’ρθει το σώμα να κάψει, να καεί, να λιγωθούν τα κόκκαλα, να λιώσουν, μόνο η στάχτη τους να μείνει και μια ιδέα απ’το βάδισμά τους. Να μείνουμε αιώνιοι σαν τις θάλασσες και τις εποχές και αυτά τα χειμωνιάτικα απογεύματα, αιώνια απογεύματα, που σταματάει ο χρόνος μπροστά στη βροχή που πέφτει και για μια στιγμή μπερδεύεσαι και δεν ξέρεις αν είσαι εσύ σήμερα ή αύριο ή πριν από δέκα χρόνια. Ολόκληρα.

Πάει καιρός που ψάχνω να βρω τις λέξεις, να τις μαστορέψω, να ανοίξω τις κουρτίνες και τα παράθυρα, να βγω έξω και σαν έρχεσαι απ΄το δρόμο να σου φωνάξω. Να σε πάρω απ’το χέρι και να σε κοιτάξω μέχρι να ξεχάσεις το δρόμο και το ανοιχτό παράθυρο, να σταματήσει ο χρόνος, να λαγγευτείς, να πάψεις. Να σε ποντάρω και να σε κερδίσω, να ανεμίσω τα μαλλιά μου απλά, σαν μπροστά στο πιο ελαφρύ αεράκι, με μια κίνηση του κεφαλιού και ένα βλέμμα σταθερό, όχι σε κάθε τι άσχημο να πω, να το αρνηθώ. Και αυτό αμέσως να χαθεί. Να πάει.  
      



φωτογραφία Bresson

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

σ'ένα βάζο από μέλι


Δευτέρα βράδυ. Διαβάζω το σημείωμα από τα προνήπια να τους πάμε, λέει, ένα άδειο βάζο από μέλι ή μαρμελάδα και ένα πλαστικό παιχνίδι να χωράει μέσα.  Βρίσκω το βάζο εύκολα, μέλι και μαρμελάδες κυκλοφορούν πολύ σπίτι μας και ψάχνω τι παιχνιδάκι να βάλω. Είναι αργά, τα μικρά έχουν κοιμηθεί και σκαλίζω τα παιχνίδια τους προσπαθώντας να κάνω ησυχία. Κάποια στιγμή βουτάω κυριολεκτικά το χέρι μου σε μια μεγάλη κούτα με παιχνίδια, ό,τι πιάσω σκέφτομαι, αρκεί να χωράει. Βγάζω ένα μικρό μωβ ιπποποταμάκι. Παχουλό και όμορφο με ένα χαζό χαμόγελο χαραγμένο στη μουσούδα. Τσεκάρω αν χωράει στο βαζάκι και ναι, μπίνγκο, κληρώθηκε στον μικρό μια θέση στο βάζο.

Όση ώρα κάνω δουλειές ρίχνω κλεφτές ματιές στο ζωάκι που με κοιτά πίσω απ’το γυαλί, στο χαζό χαμόγελο, στο μωβ μουτράκι. Ένας φυλακισμένος ιπποπόταμος, ένα καπάκι, -  ίσως και μια αχνή μυρωδιά από μέλι για παρέα; - αναρωτιέμαι. Η ζωή είναι άδικη. Βρίσκεσαι αμέριμνος σε μια κούτα με παιχνίδια και ξαφνικά ένα χέρι σε τραβά, ένας κλήρος σου πέφτει και μένεις μόνος σε μια γυάλινη φυλακή να απορείς. Γιατί εγώ; Γιατί όχι η κίτρινη φώκια ή εκείνο το γαλάζιο αυτοκινητάκι στη γωνία; Είσαι ένας μωβ ιπποπόταμος και δεν καταλαβαίνεις. Είσαι ένα παιδί στη Γάζα  και δέχεσαι πυρά. Είσαι ένα παιδί σ’ένα πόλεμο που δεν καταλαβαίνεις. Είσαι σε ένα σχολικό λεωφορείο και πας εκδρομή . Και μετά τίποτα. Ένα χέρι σε τραβάει, ένας κλήρος σου πέφτει και δεν καταλαβαίνεις. Είσαι στην Ινδία  και μεγαλώνεις. Είσαι εφτά χρονών και απλά δεν καταλαβαίνεις.

Βολεύω το σπίτι, τα πιάτα στο πλυντήριο, τα ρούχα στεγνωτήριο, κινήσεις απλές, καθημερινές. Ο ιπποπόταμος εκεί. Περιμένει. Κάνω ένα μπάνιο και χτενίζω τα μαλλιά μου. Ο ιπποπόταμος εκεί. Δεν καταλαβαίνει. Κοιτάω τα μικρά που κοιμούνται και φτιάχνω τα σκεπάσματά τους. Κοιμούνται ήσυχα, αθόρυβα σαν μικρά πλαστικά κουκλάκια. Είσαι παιδί και κοιμάσαι ανάμεσα σε σεντόνια με άρωμα προδέρμ. Φοράς πυτζάμες με αρκουδάκια και έχεις αγκαλιά ένα ροζ κουνέλι. Έχεις σπίτι, ζέστη και φαγητό, κανένα χέρι δεν σε τράβηξε έξω από την κούτα. Είσαι παιδί και δεν γνωρίζεις όσα δεν καταλαβαίνεις.

Μπαίνω στην κουζίνα και πιάνω το βάζο από μέλι. Στέκομαι σαν χαζή στη μέση του δωματίου, στα χέρια ένα γυάλινο βάζο μ’ένα μωβ ζωάκι . Το κρατάω σφιχτά, τι μπελάς με βρήκε απόψε, σκέφτομαι και ξαφνικά νιώθω σαν παιδάκι. Ο ιπποπόταμος κοιτάει, δεν έχει στιγμή σταματήσει να μου χαμογελάει. Η ζωή είναι άδικη. Μα ευτυχώς για σένα, η δική σου  είναι στα δικά μου χέρια, ψιθυρίζω και κοιτάζοντας δυο πλαστικά ματάκια, ανοίγω το καπάκι.   





φωτοραφία Bresson

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

και συνήθισες


Και συνήθισες. Συνήθισες να ακούς για λίγα, όλο και λιγότερα, όλα και φτωχότερα και ήρθες και μάζεψες και συ, μάζεψες σκέψεις και όνειρα και θέλω, έκοψες από έξοδα, έκοψες από σχέδια, πάλι καλά σκέφτηκες, είπες πάλι καλά και ησύχασες, συρρικνώθηκες.

Και συνήθισες. Συνήθισες να περπατάς και να βλέπεις χέρια απλωμένα σαν τα ρούχα στα σχοινιά κάτι μέρες που ξεμυτίζει ο ήλιος και νομίζεις πως η ζωή είναι όμορφη ξανά. Και περπατάς ανάμεσα σε χέρια απλωμένα και σε πρόσωπα χλωμά και ντρέπεσαι λιγάκι, κάποτε ντρεπόσουν πιο πολύ, μα συνήθισες γιατί είναι πολλά τα χέρια και κάθε μέρα πληθαίνουν τα πρόσωπα μέχρι που θα σταματήσεις να τα κοιτάς, κουράστηκαν τα μάτια σου, βάρυνε το βλέμμα σου, μια απ’αυτές τις μέρες κάπου στο χώμα θα καρφωθεί και θα μείνει εκεί.

Και συνήθισες. Συνήθισες τον παραλογισμό και το σκοτάδι μέσα τους, το μίσος και την άγνοιά τους, το θράσος τους. Συνήθισες το ψέμα και την υποκρισία τους, το γουρουνίσιο μούτρο τους, την εριστικότητά τους. Μεγάλωσες με τη μούχλα και την αποκοτιά τους.

Και συνήθισες. Με το θυμό και τη θλίψη σου συγκατοίκησες, τις εβδομαδιαίες εξάρσεις, την αγανάκτησή σου. Συνήθισες και κόπηκες στα μέτρα τους, χώρεσες στα σχέδιά τους.  

Τριάντα εννιά χρόνια αύριο και δεν σου καίγεται καρφί. Και συνήθισες και συνήθισες και εσύ. 





φωτογραφία D. Lange

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

butter, butter, butterfly

Τα μάτια μου έχουν γεμίσει πεταλούδες. Πεταλούδες πάνω σε παιδικά χεράκια. Τα μάτια μου έχουν γεμίσει από την εικόνα μιας πεταλούδας πάνω σε παιδικό χεράκι. Μια πεταλούδα  σ’ένα παιδικό χεράκι, σ’ένα παιδικό χεράκι πάνω στο χέρι μου, τι περίεργο πυργάκι που κάνουμε εμείς οι τρεις. Πόσο θα’θελα να ζωγραφίσω αυτή την πεταλούδα. Να της δώσω μικρές κεραίες και πολύχρωμα φτερά με γαλάζιες και λιλά πιτσιλιές, μικρά τοσοδούλικα φτεράκια να ανοιγοκλείνουν χαρωπά. Μόνο τέτοιες θα΄πρεπε να βρίσκονται πάνω σε παιδικά χεράκια. Μόνο αυτές οι καλοσυνάτες που σου ψιθυρίζουν ιστορίες και σου γνέφουν πονηρά πριν σου πουν τα μυστικά τους. Μόνο τέτοιες. Όλες οι άλλες θα έπρεπε να εξαφανιστούν, με νόμο, θεού κι’ανθρώπου. Παντοτινά.
Έχουν γεμίσει τα αυτιά μου βουητό. Τα νέα που έφταναν απόμακρα, ξένα. Βγήκε ο Ομπάμα, τα μέτρα ψηφίστηκαν. Φασίστες ξυλοκόπησαν, βασάνισαν, χτύπησαν…. Πώς να ακούσεις καθαρά όταν έχεις στα αυτιά σου το βουητό μιας πεταλούδας και το κλάμα ενός μωρού; Σφιχτή αγκαλιά και τραγουδάκια, το καλύτερο φάρμακο στον κόσμο. Και ο πάνινος Ντόναλντ για συντροφιά. Το καλύτερο φάρμακο στον κόσμο. Α και τα ζουληχτά φιλιά. Κυρίως αυτά.
Σήμερα για πρώτη φορά σκέφτηκα πως θα μπορούσα να φύγω απ’την Ελλάδα. Ποιος, εγώ. Που έλεγα δεν θα ζούσα μακριά από δω. Δεν θα έφευγα ποτέ για καλύτερη δουλειά, ή για πιο πολλά λεφτά, αλλά να, είναι που δεν μπορώ να ζω με τους φασίστες. Και να μεγαλώνω δίπλα τους παιδιά. Αυτό. Είναι που δεν μπορώ. Νο, νο, νο.
Τουλάχιστον καθάρισαν τα μάτια μου. Μ’αρέσει να κάθομαι και να κοιτάζω το χέρι μου. Και το παιδικό χεράκι πάνω σ’αυτό. Τώρα που χάλασε το πυργάκι και διώξαμε την κακιά πεταλούδα, ξεκουράζομαι κοιτάζοντας τα χέρια μας που κάθονται παρέα και αφήνοντας μικρά πεταχτά φιλάκια πάνω στο μιμί. Να γιάνει, να ξεχαστεί.  Και ποιος ξέρει, αφού φύγαν οι πεταλούδες μπορεί να φύγουν και οι φασίστες. Και το μιμί να γιάνει, να ξεχαστεί.


Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

νοέμβρης

Και έχω μια κούραση φοβερή, ένα μούδιασμα στο μυαλό και το σώμα, έχω μια κούραση ευτυχώς σωματική, απ’αυτές που με έναν καλό ύπνο και δύο χαζά όνειρα περνάνε, απ’αυτές που σε χαλαρώνουν μισοκοιμισμένη στον καναπέ, ξέρεις, την κούραση τη φιλική, τις άλλες να φοβάσαι, τις μουλωχτές που έρχονται αθόρυβα και σου κατσικώνονται σαν συγγενείς απρόσκλητοι, εκείνοι πάντα που δεν αντέχεις. Και έχουν γίνει τόσα πολλά αυτά που δεν αντέχονται, έχουν γίνει τόσα πολλά αυτά που δεν παλεύονται, μα είναι η ζωή που σε τραβάει απ’το μανίκι και σου φωνάζει σήκω, μη σταματάς, είναι η ζωή που σε παρασύρει και σε βγάζει απ’τον ίσιο δρόμο σπίτι- δουλειά, δουλειά- σπίτι, είναι η ζωή που σου σαμποτάρει την οργή και το δίκαιο μένος και ζωγραφίζει χαμόγελα στη μούρη σου και τραγούδια στη φωνή σου.
Έχω τρομερή κούραση λοιπόν και να πω την αλήθεια έχω αρχίσει λιγάκι να κρυώνω, ο χειμώνας έρχεται, σκέφτομαι και με πιάνουν τα γέλια, νιώθω λίγο σαν ήρωας του Game of thrones, the winter is coming επαναλαμβάνω με στόμφο και περιμένω τον τρίτο κύκλο της σειράς –κατά το Μάρτη νομίζω. Ο δικός μας ο χειμώνας έχει όμως ήδη φανεί, χειμώνας βαρύς, σε καιρό, θεσμούς και ιδανικά, έχουν γεμίσει οι δρόμοι χιονάνθρωπους, χωρίς αστεία σκουφιά και καρότα όμως, μόνο πάγο και άψυχα μάτια.
Βάζω τα παιδιά για ύπνο και τα σκεπάζω καλά, μπήκε ο Νοέμβρης, και έχει κάτι από αρχή αυτό, μπήκε ο Νοέμβρης και κάτι με πιάνει πάντα, κάτι σαν να θέλεις να ανοίξεις την πόρτα και να περπατήσεις στους δρόμους της πόλης, να περπατήσεις λες και αυτό θα αλλάξει τα πάντα, να περπατήσεις ανάποδα σε πείσμα των καιρών και του φόβου. Και του κρύου. Κυρίως αυτού.       
Και έφτασε η ώρα να παραδεχτώ πως αυτό το ποστ –εντάξει, το ασυνάρτητο- δεν είναι τίποτα άλλο από μια δικαιολογία, ένα άλλοθι –κι’ας μη χρειάζομαι τέτοιο- ένα κουρτινάκι να κρύβει από πίσω το τούνελ, σαν την αφίσα της Ρίτας στο Τελευταία έξοδος ένα πράγμα. Δεν είναι παρά το περιτύλιγμα αφού αυτό που υπάρχει στο κέντρο, αυτό που μετράει, είναι μόνο το τραγούδι, το τραγούδι του Νοέμβρη, του κάθε Νοέμβρη που ξεκινά με ένα ελαφρύ ρίγος στο σώμα και τελειώνει με την άφιξη του χειμώνα. Σε κύκλους.
Ίσως είναι αυτή η ομίχλη πέντε –οκτώ, ίσως είναι μικρές γρατσουνιές από παλιά μυστικά. Ίσως να είναι απλά που είμαι τόσο πολύ κουρασμένη και θέλω κάτι γνώριμο να με καληνυχτίσει. Όπως και να’ναι, δεν θα άφηνα να περάσει αυτή η μέρα χωρίς το παρακάτω τραγούδι, αυτό που έρχεται πρώτο στο μυαλό μου κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Ήρθε ο Νοέμβρης, ο χειμώνας έρχεται.









+ και για πολλά χρόνια άκουγα "μαχαίρι στην καρδιά σου εκείνη"...




Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

επειδή,


το να κάνεις κάτι, οτιδήποτε, είναι από μόνο του πολύ σημαντικό. 
Ειδικά όταν μπορείς απλά να κάθεσαι χωρίς να κάνεις τίποτα.




Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

σχόλιο, μικρό και απλό


Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι, δεν υπήρξαν ποτέ πολλές κατηγορίες ανθρώπων. Δεν υπάρχουν άσπροι, μαύροι και κίτρινοι, γυναίκες και άντρες, γκεϊ και στρεϊτ. Δεν υπάρχουν χριστιανοί και μουσουλμάνοι, εβραίοι και βουδιστές, ρομαντικοί και κυνικοί, νέοι και γέροι. Έξυπνοι και χαζοί, ευγενικοί και κάφροι, μορφωμένοι και ξύλα απελέκητα. Ψηλοί και κοντοί, με πρόσωπα όμορφα και καλοφτιαγμένα ή σκιάχτρα ασουλούπωτα και Κουασιμόδοι. Δεν υπάρχει διάκριση σε λεπτούς και χοντρούς, αριστερούς και δεξιούς, ευαίσθητους ή γαϊδούρια με πατέντα. Ξανθοί και κοκκινομάλληδες, θεατρόφιλοι και σινεφιλ, γαλαζοαίματοι και κοινοί θνητοί. Ποιητές με χέρια βελούδινα και αγρότες με πρόσωπα σκαμένα. Γερμανοί και Ρώσσοι. Χαρούμενοι και σκυθρωποί. Δειλοί και γενναίοι. Του κόσμου ή μοναχικοί.

Στην πραγματικότητα υπήρξαν και συνεχίζουν να υπάρχουν, δύο μόνο κατηγορίες ανθρώπων. Οι πλούσιοι και οι φτωχοί. Τόσο απλά.  







φωτογραφία Dorothea Lange

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

άμπρα κατάμπρα

Και θυμήθηκα λοιπόν κάτι αιώνες πριν, την εποχή που ήμουν πιτσιρίκα και αγαπούσα πολύ τις ιστορίες των μεγάλων και τα παραμύθια των μικρών. Και ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω μαγισσούλα σαν αυτή του bewitched ένα πράγμα, την Σαμάνθα, που κουνούσε τιγκλ τιγκλ τιγκλ τη μυτούλα και εμφάνιζε παιχνίδια και πολύχρωμα καπέλα και εξαφάνιζε ενοχλητικούς περαστικούς και καμένα φαγητά. Και πετούσε στο χώρο και το χρόνο και μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο στη στιγμή, με την ίδια ευκολία που άλλαζε κορδέλα στα μαλλιά της. Και μπορούσε να σου φτιάξει τη διάθεση κρεμώντας αερόστατα στο μπαλκόνι σου και προσκαλώντας πιγκουίνους να χορέψουν στη γιορτή σου. Και ήταν όλα εύκολα και απλά, καμωμένα από ζάχαρη και μέλι και είχε ο κόσμος γεύση από τις καραμέλες βουτύρου που κουβαλούσε στις τσέπες του ο παππούς, εκείνες τις ΙΟΝ τις πλακέ, στο άσπρο πακέτο με το μπλε λουλουδάκι στο πλάι. Θυμάσαι;   
Και ήρθαν άλλα χρόνια μετά, τότε που ξαπλώναμε στο κρεβάτι και μαγειρεύαμε ταξίδια και σγουρομάλλικα παιδιά και κάθε ευχή μας γίνονταν πραγματικότητα και με έλεγες μάγισσα και γελούσες και το πίστευες κιόλας λιγάκι, γιατί φαινόταν ο κόσμος εύκολος και απλός με μια δόση άχνη ζάχαρη στην κορφή του, σαν κουραμπιές χριστουγεννιάτικος απ’αυτούς που έφτιαχνε η μαμά σου και δεν έτρωγες ποτέ, αλλά σου άρεσε να τους βλέπεις να στολίζουν τις γυάλινες πιατέλες στο μεγάλο τραπέζι. Και γελούσαμε και σου έλεγα θα αλλάξω τον κόσμο κι’άς μην κάνει τίγκλ η μύτη μου κι’ ας μην λένε Εντόρα τη μαμά μου. Σου έλεγα θα αλλάξω τον κόσμο και μου έπαιρνες γαρδένιες στα Εξάρχεια, εκείνες τις τυλιγμένες στο αλουμινόχαρτο που πουλούσαν πλανόδιοι στην πλατεία και τις έβαζα κάτω απ΄το μαξιλάρι μου να βλέπω όμορφα όνειρα τα βράδια. Κι έβλεπα.  
Και χάλασε τη γεύση του ο κόσμος, χάλασε και η μυρωδιά και θλίβομαι και οργίζομαι και θλίβομαι ξανά, μα σαν πέφτω μου λες δε φοβάμαι, θα αλλάξεις τον κόσμο, και μου κλείνεις το μάτι πονηρά , μου λες θα αλλάξεις τον κόσμο και με πιάνεις απ΄τη μύτη και δυο τιγκλ τιγκλ σαν να μου έρχονται στ’αυτιά, δυο τιγκλ τιγκλ και οι φωνές από μικρούς ανεμοστρόβιλους με σγουρά μαλλιά.  Και μιλάμε για αξιοπρέπεια και κατάντια και μιλάμε για πείσμα και πίστη, για ανθρωπιά και απανθρωπιά και απογοητευόμαστε μα συνεχίζουμε ξανά και δεν υπάρχει, δεν υπάρχει στο λέω μεγαλύτερη ευτυχία από το άκουσμα μια παιδικής φωνής καθώς λέει, άμπρα κατάμπρα, όταν θα μεγαλώσω, θα γίνω μάγισσα μαμά.



Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

στο στόμα


Και έρχεται η μέρα που το παίρνεις απόφαση πως ναι, άλλαξαν τα πράγματα, προχωράνε οι μέρες και ο καιρός, πρέπει να συνηθίσεις τον ψυχρό αέρα στο πρόσωπο και να φτιάξεις τα ρούχα στη ντουλάπα. Προχώρησαν οι μέρες και είναι βράδυ ακόμα την ώρα που σηκώνομαι για δουλειά, είναι βράδυ ακόμα και έχει αρχίσει να δυσκολεύει αυτό το πρωινό -μες το σκοτάδι- ξύπνημα, όλο και περισσότερο με τραβάει το κρεβάτι και η λευκή πικέ κουβέρτα που έχω από την προίκα μου –εμμονή μαμάς- όλα πρέπει να τα έχει ένα σωστό σπιτικό και τα λοιπά και τα γνωστά. 


Το πρωί στη δουλειά μια συνάδελφος μιλώντας σε κάποιον τρίτο ρώτησε “Τι θα γίνει όταν από τη μαζική κατάθλιψη περάσουμε στη μαζική υστερία?” Κατάθλιψη, υστερία. Οι δύο λέξεις που σκιαγραφούν την Ελλάδα του 12. Το περιμένω αυτό το πέρασμα. Το φοβάμαι και το προσδοκώ. Η κατάθλιψη δεν μπορεί να σε πάει πουθενά. Η υστερία κάπου θα μας πάει. Έστω μέχρι το Μπισακό.


Μερικές φορές όταν ακούω την ηλικία μου ξαφνιάζομαι. Σκέφτομαι πως μια γυναίκα στα τριανταέξι  είναι μεγάλη γυναίκα. Και μετά συνειδητοποιώ πως τόσα είναι τα χρόνια μου και αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν αφού εγώ νιώθω κοριτσάκι, ένα κοριτσάκι τριάντα πλας με δυο μωρά στο διπλανό δωμάτιο. Τις προάλλες σε μια δημόσια υπηρεσία παρατηρούσα δύο γυναίκες γύρω στα εβδομήντα μπροστά σε κάποιο γκισέ. Η μια τους έψαχνε ένα χαρτί στην τσάντα της και η άλλη όλο αγωνία τη ρωτούσε. “Μα καλά βρε κορίτσι μου, πού το έχεις βάλει;” Σκέφτηκα πως αν μπορείς στα εβδομήντα να νιώθεις και να δηλώνεις κορίτσι, τότε σίγουρα μπορείς στα τριανταέξι και στα σαράντα και για όσο αντέχεις. Ένα κορίτσι στα ενενήντα  πέντε  με το πιο ζαρωμένο χαμόγελο του κόσμου. Γιατί έτσι, γι’αυτό.


“-Κι’όταν όλα θα έχουν τελειώσει; Τότε τι; τη ρώτησε ο άντρας. -Τότε θα ερωτευτούμε τη βροχή και το σύννεφο, να ζούμε τον έρωτα μούσκεμα ως το μεδούλι ” απάντησε και άνοιξε το παράθυρο με δύναμη σαν να υπέγραφε συμβόλαιο με τη μέρα.


Έχει ένα ενδιαφέρον το να τουμπάρεις. Βλέπεις αλλιώς το πάτωμα όταν πάνω του ακουμπάει το μάγουλό σου.


Για καληνύχτα ένα τραγουδάκι που μου έχει κολλήσει από το πρωί, ένα από αυτά τα τραγουδάκια που κι’ας μη το ξέρεις ζούνε κάπου μέσα σου, από αυτά τα τραγουδάκια που ας το παραδεχτούμε, θα ήθελες να είχαν γραφτεί για σένα, ή εντάξει, έστω για μένα.




Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

fighting time


Εντάξει, θα με πεις κολλημένη. Αλλά με αυτά που ζούμε, πώς να ξεφύγει το μυαλό; Σκεφτόμουν τον τελευταίο καιρό (σχεδόν συνέχεια δηλαδή) για τον αγώνα, για τους αγώνες γενικά που δίνουν όλοι στη ζωή τους. Τους προσωπικούς και τους πιο συλλογικούς. Σαν όπλο του ο καθένας επιλέγει και κάτι διαφορετικό. Το χιούμορ που όλα τα ξορκίζει, την οργή,  την προσφορά σε όσους τη χρειάζονται. Την τέχνη. Και μ’αυτό πολεμά.

Μ’αρέσουν οι άνθρωποι που αγωνίζονται. Που δίνουν μικρούς και μεγάλους αγώνες, χαμένους αγώνες, που μοιάζουν σαν να έχουν ήδη κριθεί. Ειδικά τέτοιους. Μ’αρέσουν οι άνθρωποι που αρνούνται να παραιτηθούν. Ακόμη και όταν κρέμονται από μια κλωστή, και κοιτάνε κάτω τους το χάος και την άβυσσο μέσα τους. Που δεν φοβούνται να εκτεθούν, να φωνάξουν για όσα ζητάνε από τη ζωή και τους άλλους, για όσα ζητάνε από τον ίδιο τους τον εαυτό. Που πολεμάνε για αυτό το κάτι παραπάνω, το ίσως περιττό. Γιατί η ομορφιά και η ουσία της ζωής κρύβεται στα περιττά και όχι στα απαραίτητα. Στο κάτι παραπάνω. Σ’αυτό που μπορεί να γλυκάνει την ψυχή μας, και να φωτίσει τη σκέψη μας. Να μας πάρει από το χέρι και να οδηγήσει στην δική μας αλήθεια, τη μοναδική. Αυτή που συχνά κρύβουμε και από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Μεγαλύτερο αγαθό πιστεύω δεν είναι ούτε η αγάπη, ούτε η φιλία, ούτε δεν ξέρω εγώ τι. Μεγαλύτερο αγαθό είναι για μένα ο χρόνος. Ο χρόνος. Και αυτό που θα ήθελα για όλους να ευχηθώ είναι να έχουν μπροστά τους πολύ χρόνο. Να προλάβουν να ζήσουν, να γνωρίσουν ποιοι είναι και τι πραγματικά θέλουν από τη ζωή τους. Να προλάβουν να παλέψουν γι’αυτό κι’ας βρεθούν με ματωμένα γόνατα και χαρακιές στην ψυχή και το σώμα. Χρόνος να κάνουν λάθη τραγικά και χρόνος να κλάψουν με λυγμούς γι’αυτά. Χρόνος να αγαπήσουν τον εαυτό τους πρώτα και μετά όλους τους άλλους. Να γκρεμίσουν ό,τι τους τραβάει κάτω, ό,τι υπάρχει μέσα τους που τους πονάει τα βράδια που είναι μόνοι και να ξαναχτίσουν το μέσα τους από την αρχή. Να νιώσουν, να νιώσουν όσα πιο πολλά μπορούν. Να ζήσουν. Και τι είναι η ζωή αν όχι ένας ατελείωτος αγώνας ενάντια στο χρόνο?  «Να μην ξεχάσουμε, να μην ξεχαστούμε.»*

Και έρχονται κάτι τέτοιες μέρες, που δεν μπορώ, δεν ξέρω πώς να εκφράσω αυτή μου την πίστη στον κόσμο. Στη δύναμή του. Στους ανθρώπους και το πείσμα τους. Στην διάθεσή τους να νικήσουν τον χρόνο, ζώντας τον. Στους ανθρώπους. Που γράφουν τραγούδια και μιλάνε για ελπίδα ακόμα κι’αν δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά. Που γελάνε, με τις μουτζούρες στο πρόσωπό τους και δεν τους νοιάζει αν μαζί τους γελάσεις και εσύ. Που δεν αποστρέφουν το βλέμμα τους όταν θολώνει και δεν φοβούνται να σου δείξουν τα δάκρυά τους. Που θυμώνουν, οργίζονται, φωνάζουν και μετά από λίγο σου δίνουν το χέρι και μια αγκαλιά. Στην ομορφιά που κρύβουν μέσα τους και στο ρομαντισμό με τον οποίο δίνουν τους μικρούς και τους μεγάλους αγώνες τους.
Τους χαμένους αγώνες.
Αυτούς που μοιάζουν σαν να έχουν ήδη κριθεί….


*από το ποίημα De retum natura. Γ. Θέμελης




φωτογραφία Bresson

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

ξέρεις

Ξέρεις, είναι που πολλές φορές κολλάς. Είναι που κολλάς σε κάτι νότες και τις αφήνεις να αιωρούνται πάνω απ’το κεφάλι σου για μέρες, σαν αυτά τα μπαλόνια με ήλιο που χαιρόμαστε να κοιτάμε σαν πετάνε μα τα κρατάμε σφιχτά μη τυχόν και μας φύγουν, μην πετάξουν ψηλότερα απ’όσο φτάνει το χέρι μας. Και τα δένουμε στο χέρι γύρω απ’τον καρπό όπως τότε που ήμασταν παιδιά και ένα τέτοιο μπαλόνι μας ήταν αρκετό. Αυτό και ένα μαλλί της γριάς. Και τώρα κλαις για κάτι που άκουσες στις ειδήσεις και τρίζεις τα δόντια με θυμό και παθιάζεσαι και διαολίζεσαι κι’όλο για χαμένες ιδέες μιλάς.
Και κολλάς σε κόμματα και τελείες, σε παύσεις και ερωτηματικά και μπορείς να γυρνάς μέρες ολόκληρες γύρω από μια τελεία, να την μυρίζεις και να την αφουγκράζεσαι, να εξετάζεις κάθε της όψη, προφίλ, ανφάς, γύρω-γύρω απ’την τελεία ή το κόμμα ή ό,τι επέλεξες να γίνει πάλι ο γολγοθάς σου. Και γυρνάς γύρω γύρω όπως γυρνούν οι γάτες γύρω απ’την ουρά τους και μετά απορείς που ζαλίζεσαι και μεθάς.  
Και ξαφνικά πιάνεσαι από κάτι ηλιόλουστες μέρες και αυθόρμητα χαμόγελα στο δρόμο, από ιστορίες που θυμίζουν παραμύθια και πιστεύεις ξανά στο αύριο και στο καλό το τέλος. Και περπατάς στην πόλη και ονειρεύεσαι και η ομορφιά χύνεται μέσα σου σαν καφές ελληνικός που φούσκωσε στο μπρίκι. Καφές, ζάχαρη, νερό, δυο τρία πράγματα μετράνε στον κόσμο όλο, μα όλο τα χάνεις και ψάχνεις να τα ξαναβρείς. Και ξαφνιάζεσαι πάλι απ’την αρχή με πράγματα που ξέρεις και αναρωτιέσαι για τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις τους. Και έτσι κοιμάσαι και έτσι ξυπνάς.   
 Ξέρεις, είναι που πολλές φορές κολλάς. Και σιγοτραγουδάς για μέρες τον ίδιο σκοπό. Και πνίγεσαι στις ίδιες λέξεις. Για να μάθεις πάλι να τις γράφεις, τις συλλαβίζεις ξανά. Βου και α, βα. Και κάπως έτσι προχωράς. Ξέρεις.  



φωτογραφία Willy Ronis
   

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει

Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει. Θα έρχονται οι μέρες και θα φεύγουν και θα λέμε καλημέρα το πρωί και όνειρα γλυκά το βράδυ και θα σκεπαζόμαστε να ακούμε τους ήχους της νύχτας και τον απόηχο της μέρας ν’ακούμε και τη μικρή φωνή που κρατάμε στα μέσα μας σαν ξυπνητήρι. Θα αγανακτούμε και θα φρίττουμε, θα απογοητευόμαστε και στα κρυφά θα κλαίμε, θα βγάζουμε δάκρυα οργής και στεναγμούς θλίψης για όσα γίνονται μπροστά μας και πληγώνουν τα μάτια μας και πληγώνουν σώματα κουρασμένα και ψυχές κυνηγημένες απ’τον καιρό και τον άνθρωπο. Στα κρυφά θα κλαίμε μα μετά θα προχωράμε πάλι, και θα χτυπάμε το χέρι στο τραπέζι και το κεφάλι στον τοίχο, μα απ’αυτόν τον τοίχο θα κρατιόμαστε και θα ανταμώνουμε σε γειτονιές και σε λεωφόρους, θα ανταμώνουμε και θα κρατιόμαστε με τα χέρια πλεγμένα και τα πόδια στητά. Και σίγουρα.
Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει. Θα έρχονται οι μέρες και θα φεύγουν και θα παλεύουμε και θα’ναι ο αγώνας μας άνισος μα θα τον δίνουμε έτσι κι’αλλιώς. Θα μας αρέσει αυτός ο άνισος αγώνας, θα μας αρέσει που τον δίνουμε γιατί η καρδιά μας πάντα για τον Δαβίδ σκιρτούσε, αυτόν από μικροί αγαπήσαμε, αυτός κέρδισε την ευχή μας την ώρα που κλείνουμε το τσίνορο στα δάχτυλα. Θα παλεύουμε κι’ας ξέρουμε πως σε τέτοιους αγώνες μια φορά στις εκατό κερδίζεις, μα αξίζει τα πάντα αυτή η μία φορά, γι’αυτή τη μία φορά ζούμε, για τη μαγική στιγμή της απρόβλεπτης νίκης, για τον έξαλλο πανηγυρισμό του πιο απίθανου αποτελέσματος. Αυτά τα αποτελέσματα αγαπήσαμε κι εκεί ρίξαμε τα λεφτά μας. Θα σταυρώνουμε τα δάχτυλα και θα συνεχίζουμε και θα’ναι το πείσμα χαραγμένο στο μούτρο μας και η πίστη σε ένα όνειρο που γράφτηκε απ’τον άνθρωπο κάποια στιγμή στον ουρανό και περιμένει τα ξόρκια μας να γίνει αλήθεια. Στ’ορκίζομαι.
Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει. Θα έρχονται οι μέρες και θα φεύγουν και θα παλεύουμε, για να μπορούμε να λέμε καλημέρα το πρωί και όνειρα γλυκά το βράδυ, θα κρατιόμαστε απ’τη ζωή να προχωράμε και θα ανεμίζουμε λευκή σημαία στο δρόμο μας, λευκή σημαία όχι της παράδοσης μα αντίθετα της νίκης. Θα προσδοκούμε και θα ελπίζουμε και θα ποντάρουμε στην αγάπη και στης Ιστορίας την τούμπα θα ποντάρουμε, και στο αύριο που δεν το σταματά κανείς. Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει και κάθε φορά που βραδιάζει θα ξημερώνει και θα κοιτάμε τις μελανιές στο σώμα μας και τα χαμόγελα στο βλέμμα θα μετράμε και θα αγαπάμε τις μελανιές όσο και τα χαμόγελα θα τις αγαπάμε και θα τις προσέχουμε μέχρι να σβήσουν, θα τις χαϊδεύουμε μέχρι να σβήσει το κορμί και να μείνει το χαμόγελο, θα κλείνουμε τα μάτια σου λέω και θα χαμογελάμε, γιατί θα ξέρουμε πως θα’ναι η ζωή αυτή που θα χορεύει πανηγυρικά πάνω απ’το δικό μας πτώμα.   



φωτογραφία Diane Arbus

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

μπλου

Και τώρα κάτι παλιό, κάτι γνώριμο και αγαπημένο, μια μικρή, πολύ μικρή αφιέρωση στην δεύτερη πανσέληνο του Αυγούστου, στο τελευταίο φεγγάρι του καλοκαιριού, στο μπλε φεγγάρι, στις μπλε νύχτες και σε όσους αρ φιλινγκ μπλου.




(και θυμάμαι κάτι γυμνασιακά πάρτυ, με το χέρι του στην πλάτη να τρέμει και την καρδιά να κλωτσάει στο στήθος. Ωραία χρόνια, ανύποπτα.)

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

every summer in our life

Αύγουστος 2003, Παξοί.
Έχουμε νοικιάσει μια βάρκα και κάθε μέρα πηγαίνουμε Αντίπαξους. Αγκυροβολούμε στη μέση του πουθενά και βουτάμε. Στεγνώνουμε στην κουπαστή και φιλιόμαστε κάτω απ’τον ήλιο. Πατάμε στεριά και γινόμαστε ένα με την άμμο. Το σώμα είναι πηλός που ψήνεται, ασπρίζει απ’την αλμύρα, ροδίζει απ’το φως. Ο ιδρώτας μυρίζει καρύδα και το στόμα καρπούζι κατακόκκινο.
Τα βράδια περπατάμε και μιλάμε. Γινόμαστε ένα με τη νύχτα. Κάνουμε έρωτα. Το σώμα είναι πηλός που πλάθεται. Είναι λαχτάρα και ανάγκη. Μυρίζει χώμα και νερό. Και αλάτι. Το νησί είναι δικό μας. Είναι εμείς. Όλα τα νησιά είναι δικά μας. Όλος ο κόσμος είμαστε εμείς.

Αύγουστος 2012, παραλία Αγ. Σαράντα, Πήλιο.
Έντεκα το πρωί, στην παραλία με τα δύο παιδιά σε κατάσταση η υστερία έρχεται, η υστερία φτάνει. Προσπαθώ να φτιάξω το γάλα του μικρού και ταυτόχρονα να τον ηρεμήσω. Η μικρή με έχει τρελάνει στα μαμά αυτό, μαμά εκείνο και ο Σ. φουσκώνει δελφινάκια, μπαλίτσες και μαξιλαράκια. Έχω πονοκέφαλο, θέλω πέντε λεπτά ηρεμίας όταν παρατηρώ το ζευγάρι της διπλανής ομπρέλας. Είναι γύρω στα εξήντα – εξήντα πέντε, ακούνε μουσική με τα ακουστικά τους, διαβάζουν και χαίρονται τη γαλήνη τους.
Κοιτάζοντάς τους, αυτούς τους ανέμελους αραχτούς μεσήλικες που απολαμβάνουν τη θάλασσα και τον ήλιο, την άνεση της ξαπλώστρας και τη σκιά της ομπρέλας, τη γεύση του καφέ και τις λέξεις του βιβλίου, μία και μόνη σκέψη περνάει από το μυαλό μου. Όταν φτάσω στην ηλικία τους, σκέφτομαι, όταν θα μπορώ και εγώ όπως αυτοί να έχω χώρο και χρόνο, θα ζηλεύω απίστευτα τα νεαρά ζευγάρια σαν εμάς που θα βρίσκονται στην παραλία αγκαλιά με τα μωρά τους. Θα ζηλεύω απίστευτα τις τσουγκράνες και τα φτυαράκια τους. Τα μπρατσάκια. Τα ουφ και τα αμάν τους. Τη ζωή στη ζωή τους. Και τη σκέψη αυτή κρατάω για όλο το καλοκαίρι. Και ίσως και για κάποιο απ΄τα επόμενα.

Αύγουστος 2025, κάπου.
Ακούω τους ήχους του καλοκαιριού. Ζαλίζομαι. Ο αέρας μυρίζει γιασεμί και φρεσκοψημένη βάφλα. Είμαι ευτυχισμένη. Είναι η αγκαλιά μου γεμάτη και η φωνή μου ζεστή. Νιώθω γαλήνη, νιώθω ταραχή. Και προσμονή. Πάντα μα πάντα προσμονή.
Σταυρώνω τα δάχτυλα και κάνω ευχή.
Και εκείνη μου κάνει τη χάρη και βγαίνει αληθινή.  






φωτογραφία Ed. Weston
  

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

νύχτες από ρούμι, μέρες από παγωτό

Και κάπου εκεί ανάμεσα σε μια κούνια και δυο τραμπάλες κατάλαβες ότι βράδιασε ξαφνικά και κάτι από τη θλίψη αποχαιρετισμού σε πήρε. Βράδιασε, είπες, μίκρυνε η μέρα, πάει, αλλά σε έπιασα απ’το χέρι και θυμήθηκες πόσα μεσημέρια μένουν ακόμα που θ ‘αφήσουμε τον ήλιο να σιγοψήνει το κορμί  και να ζαλίζει τη σκέψη μας δίπλα σε μισοφαγωμένα ροδάκινα και αδειανά τσαμπιά σταφύλι. Απογεύματα παρέα με τσουλήθρες  και παγωτό τσιχλόφουσκα να στάζει στο μανίκι, με ιστορίες για πειρατές και δελφίνια που πετάνε τραγουδώντας για χαμένες αγάπες και μαγικά ρεβύθια. Μας περιμένουν ακόμη βραδάκια που μυρίζουν ρούμι και γιασεμί και έχουν τη γεύση από μαύρη ζάχαρη και τη δροσιά από βαμβακερά σεντόνια. Ολοκαίνουργια.
Και θα συνεχίσουν να μας ζεσταίνουν οι μέρες και οι νύχτες να κολλάνε στο δέρμα σαν κάτι αυτοκόλλητα που αντάλλαζες μικρός και κρατάς δυο τρία απ’αυτά στο κομοδίνο στο πατρικό σου να μη νιώθεις πως μεγάλωσες κι’ας ξέρεις πως δεν είσαι πια παιδάκι. Και θα δω ξανά απ’αυτά τα όνειρα -που έχω χρόνια να δω- που είναι ο κόσμος καλός και αγγελικά πλασμένος, όλοι αγαπιούνται και αγκαλιάζονται και τραγουδάνε παρέα. Είναι γελαστοί και δεν μισούν κανένα, ούτε ψάχνουν για εύκολα θύματα σε χαμηλά σπίτια και σε στενά δρομάκια. Απ’αυτά τα γλυκανάλατα που θυμίζουν κομεντί με τον Τομ Χανκς και τη Μεγκ Ραϊαν, τότε που έμοιαζε κοριτσάκι με τα κοντά μαλλιά και τα στρωτά παπούτσια. Και θα ξυπνήσω το πρωί και θα χαζογελάω και δεν θα λέω σε κανένα γιατί, μόνο σε σένα θα το πω και θα κοροϊδεύεις που βλέπω ακόμα παιδικά όνειρα, θα κοροϊδεύεις και δεν θα με νοιάζει γιατί θα ξέρω πως σ’άρεσε το όνειρό μου και ακόμη πιο πολύ σ’άρεσε που το είδα. Γι’αυτό.
Και κάθε μέρα θα βραδιάζει λίγο νωρίτερα και θα χάνουμε απ’τη μέρα μα θα κερδίζουμε απ’τη νύχτα μας, έτσι να σκέφτεσαι, θα κερδίζουμε λεπτά κουλουριασμένοι στον καναπέ την ώρα που σωπαίνει το σπίτι, θα κερδίζουμε λέξεις και βλέμματα και αγκαλιές που θα μυρίζουνε φρεσκοψημένο ποπ κόρν και μηλόπιτα με καρύδι και κανέλλα. Και θα δεν πειράζει γιατί θα έχουμε χορτάσει από δροσερό καρπούζι και μελωμένα σύκα που κολλάνε στα δάχτυλα. Από θάλασσες με βράχια που μοιάζουν αλυκές και ξεροψημένα καλαμπόκια.
Βράδιασε, είπες, μίκρυνε η μέρα, πάει, μα μας περιμένουν ακόμη νύχτες φτιαγμένες από καλοκαίρι και ο χειμώνας είναι ακόμη μακριά, δεν θα’ρθει, μη φοβάσαι δεν θα τον αφήσουμε, δεν πρόκειται ούτε μια στιγμή να μας αγγίξει πριν τον επιθυμήσουμε, πριν τον καλωσορίσουμε οι ίδιοι μαζί με το πρώτο ζεστό μας ντους.     

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Λένε

Λένε. Πως οι μεγαλύτεροι έρωτες είναι οι ανεκπλήρωτοι.
Όμως. Υπάρχει πιο ανεκπλήρωτος έρωτας, πιο ανέφικτος, απ’αυτόν που προσπαθείς να ξυπνήσεις, όταν είναι φανερό πως έχει πέσει για ύπνο? Αιώνιο.

για τους Ν.+ Π. και πολλούς άλλους.




φωτογραφία robert bourdeau

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

μάσκες πουλάνε στο παζάρι

Χαζεύω περιοδικά και ξεφυλλίζω διαφημιστικά έντυπα, πίνω καφέ και ακούω τους θορύβους της πόλης που ετοιμάζεται να περάσει απ’τη ζέστη της μέρας στη θέρμη της νύχτας.
Έπεσε στα χέρια μου τις προάλλες ένα από αυτά τα φυλλάδια που διαφημίζουν αγορά χρυσού. «Δίνουμε αξία στα παλιά σας κοσμήματα» και «μετρητά σε πέντε λεπτά» ήταν γραμμένα με μεγάλα γράμματα, κίτρινα, χρυσά, να μπορούν να το διαβάζουν οι παλαιότεροι και να δελεάζονται οι νέοι. Αγορά χρυσού και θυμήθηκα τα παλιά χρόνια τότε που μου έλεγε η γιαγιά μου ιστορίες από την κατοχή, ιστορίες φτώχιας και πείνας, με μαυραγορίτες, χρυσά δόντια και λιγοστό ψωμί. Θυμήθηκα φράσεις «κατοχικές» τύπου «μην αφήνεις τη μπουκιά σου» που κάναν εμάς τα παιδιά να απορούμε και να κοροϊδεύουμε και λίγο την μακρινή αγωνία της έλλειψης. Εμείς τα παιδιά της αφθονίας, του μέλλοντος. Πιτσιρίκια και απορούσαμε για τις πρακτικές του παρελθόντος, για τα συντηρητικά, φοβισμένα μυαλά των μεγάλων, για την αποπνικτική ηθική και τη γεμάτη στερεότυπα ζωή τους. Αγοροπωλησία χρυσού και θυμήθηκα και κάτι λίρες –δώρα παππούδων στα νεογέννητα παιδιά μου- να’ναι «χρυσή» η ζωή τους και συμβουλές για φύλαξη αυτών αφού «το μόνο που δεν χάνει την αξία του είναι ο χρυσός». Και γελούσα τότε με την εμμονή στο χτες και στις νουθεσίες του. Και τώρα κρατάω στα χέρια μου φυλλάδιο μιας «σύγχρονης επιχείρησης» και αναρωτιέμαι, πότε μπήκαμε στην μηχανή του χρόνου και γυρίσαμε πίσω και γιατί. 
Και γελούσα με ιστορίες κοινωνικής συμπεριφοράς, για τη θέση της γυναίκας στο χτες, για τον τρόπο που ερωτεύονταν, έκαναν σχέσεις και παντρεύονταν τα κορίτσια που ήταν πράγματι «κορίτσια», και γελούσα και θύμωνα παράλληλα. Μέχρι που άκουσα δήλωση φίλης να απειλεί – τον εαυτό της και μόνο- πως αν δεν παντρευτεί μέχρι τα σαράντα θα πάει σε γραφείο συνοικεσίων. Παντρεύτηκε λίγο πριν κλείσει τα τριάντα έξι και  γλίτωσε το νυφοπάζαρο και τις μεγάλες εκπτώσεις, για τις μικρές δεν ξέρω και δεν μιλώ, ο καθένας επιλέγει τις δικές του. Παντρεύτηκε και έβαλε τη χρυσή τη βέρα στο δεξί και δηλώνει ευτυχισμένη, μοιάζει ευτυχισμένη, ίσως η ευτυχία δεν χρειάζεται πεταλούδες στο στομάχι, μόνο ένα τραπέζι για δύο σε μια ψαροταβέρνα δίπλα στη θάλασσα.   
Διαβάζω για το μεταναστευτικό και τις σκέψεις πολλών νεοελλήνων για τη θέση των μεταναστών στην Ελλάδα, σύγχρονοι δούλοι –μόνο ως τέτοιοι μπορούν να γίνουν ανεκτοί, σε λίγο θα στηθούν πάγκοι και σκλαβοπάζαρα στις πλατείες και οι δημοκράτες χριστιανοί, απόγονοι του Περικλή και του Σωκράτη θα αποφασίζουν δια βοής τη μοίρα μαυριδερών ξένων. Θα αποφασίζουν τη σκλαβιά των άλλων χωρίς να βλέπουν τις δικές τους αλυσίδες. Σκλάβοι σε εταιρίες και τράπεζες, σε παπάδες και πολιτικούς,  δημαγωγούς, προαγωγούς ανέχειας και μίσους. Και θα φεύγουν για άλλους τόπους όπου οι μαυριδεροί ξένοι θα’ναι τώρα αυτοί και η βοή θα αφορά στη δική τους μοίρα. Στη δική τους ζωή.
Και γυρίζει ο χρόνος πίσω, όλο βήματα στο χτες νιώθω πως περπατάμε και ίσως είναι λογικό, δεν ξέρω, ίσως να είναι λογικό η ανασφάλεια να σε πάει στα πριν, στα γνωστά, τα σίγουρα. Σαν κάτι φρεσκοχωρισμένους που τα φτιάχνουν ξανά με κάποιο πρώην για να νιώσουν πως ξέρουν πού βαδίζουν και πως όλο και κάτι ορίζουν. Ίσως να είναι λογικό να κλείνουν οι ψυχές και να στενεύουν, να γίνονται δικαστές και τιμωροί τα λόγια και στεγνά τα σώματα. Ίσως να είναι λογικό να μιλάμε για τις αξίες του έθνους και της ελληνικής οικογένειας, για ηθική και θρησκεία την ώρα που γίναν σπίτια τα πεζοδρόμια και κρεβάτι τα παγκάκια.
Ρίχνω άλλη μια ματιά στο φυλλάδιο πριν το πετάξω στα σκουπίδια, θόλωσαν απ’τα χρυσά τα γράμματα τα μάτια μου, πνίγηκε μες το χρυσό η ανάσα μας, αγοροπωλησίες κοσμημάτων, χρυσές ευκαιρίες για δουλειά στο εξωτερικό και μια χρυσή αυγή στη κοινοβούλιο. Όσο περισσότερος χρυσός στη ζωή μας, τόσο πιο φτωχή αυτή γίνεται. Και πιο μαύρη.