Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

πάει ο παλιός ο χρόνος...

ας γιορτάσουμε παιδιά…! Πήρα δωράκι Χριστουγεννιάτικο από την Εύα, την ευχαριστώ θερμά και απαντώ στις παρακάτω ερωτήσεις. Λοιπόν :

1. Η πιο όμορφη Χριστουγεννιάτικη ανάμνηση
Ακούω την φωνή του αδερφού μου και ένα χέρι με τραβάει με βιασύνη. Ράνια, Ράνια, ξύπνα, ξημέρωσε, ξημέρωσε σου λέω!!! Τρέχουμε και κάτω από το δέντρο βρίσκεται το πιο αγαπημένο δώρο των παιδικών μου χρόνων. Είμαι πέντε και η κούκλα με τις ξανθές μπούκλες που βρίσκεται μέσα στο καρότσι είναι πιο μεγάλη από μένα. Είναι όμορφη, με γαλάζιο φόρεμα και λευκό παλτό και βρίσκεται ακόμη μαζί μας στο παιδικό μου δωμάτιο, στο πατρικό μου. Μέχρι και η μικρή πρόλαβε να παίξει μαζί της.

2. Αγαπημένο ξένο Χριστουγεννιάτικο τραγούδι
White Christmas, φυσικά. Είναι γνωστά αυτά.

3. Αγαπημένο ελληνικό Χριστουγεννιάτικο τραγούδι
Ο μικρός τυμπανιστής. Πάντα, πάντα με συγκινεί.

4. Δώρα Χριστουγεννιάτικα που θέλω
Υγεία, αγάπη, ευτυχία. Ψιλοπράγματα.



Χρόνια πολλά σε όλους! Εύχομαι μια πολύ όμορφη νέα χρονιά!







Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

σαν άχνη ζάχαρη

Αφού το γέλιο πάρουμε
 το κάνουμε δυο σβούρες
Έτσι θα φύγουν μακριά
για πάντα οι σκοτούρες*


Έτσι, έτσι σκέφτηκα θα ξεκινήσω το ποστάκι μου, ένα ποστ για τα Χριστούγεννα, την πιο λαμπερή γιορτή του χρόνου, ένα ποστ για τα παιδιά που βγάζουν επιφωνήματα χαράς μπροστά στα χρωματιστά λαμπιόνια και στους αμέτρητους Αι-Βασίληδες που έχουν γεμίσει την πόλη. Έτσι σκέφτηκα θα ξεκινήσω, με τον γαργαληστή, να μιλήσω για δώρα και ζουμερά μελομακάρονα, για κάλαντα, σχολικές γιορτές και στολές μικρών πράσινων ξωτικών.

Κάθομαι και ανοίγω το λάπτοπ, μα πριν ξεκινήσω, το μάτι μου πέφτει στην ανοιχτή τηλεόραση και εκείνη τη στιγμή, κανένα πεντάλεπτο δηλαδή νωρίτερα, οι ειδήσεις στον άλφα παίζουν το θέμα “νοικιάζουν παιδιά –επαίτες”. Νοικιάζουν παιδιά, παιδιά που ζητιανεύουν στην Αθήνα, παραμονές του 14 και κάπως έτσι πάει περίπατο το ποστάκι εκείνο, δεν έχω πια –λυπάμαι- καμιά όρεξη να γράψω για δώρα και κόκκινα σκουφιά, έχει ήδη πεθάνει εκείνο το ποστάκι, έχει δώσει τη θέση του σε κάτι άλλο, σε τι δεν ξέρω, στο τέλος θα σου πω.

Αν υπάρχει κάτι που προσδιορίζει τη χρονιά που πέρασε, θα έλεγα ότι αυτό είναι η ενοχή. Τελεία. Δεν μπορώ πια να κάνω τίποτα, να χαρώ τίποτα, χωρίς να νιώσω ενοχές για όσα έχω, για όσα μπορώ να προσφέρω στους άλλους, ακόμα και στα ίδια μου τα παιδιά. Παιδιά πεινάνε, παιδιά ζητιανεύουν στους δρόμους, πεθαίνουν από το κρύο ή τις συνέπειές του, παιδιά κακοποιούνται, πετιούνται, πωλούνται και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ποιος και πότε θα λογοδοτήσει επιτέλους για όλα αυτά. Ποιος θα λογοδοτήσει για τη φρίκη και την εκμετάλλευση τόσων εκατομμυρίων ψυχών σε όλο τον πλανήτη. Ποιος και πότε.

Κοιτάζω τα παιδιά μου που παίζουν στο διπλανό δωμάτιο ευτυχισμένα, γερά, ασφαλή και νιώθω τυχερή που έχω αυτά τα δυο υπέροχα πλάσματα να μοιράζονται το γέλιο και τον ενθουσιασμό τους μαζί μου. Και σκέφτομαι ότι θα μπορούμε να λεγόμαστε άνθρωποι, άνθρωποι ολόκληροι, ατόφιοι, μόνο όταν όλα, όλα τα παιδιά πάνω σ’αυτόν τον πλανήτη μπορούν να παίζουν ευτυχισμένα, γερά και ασφαλή, μοιράζοντας το γέλιο τους σ’όλο τον κόσμο. Μέχρι τότε, όλα τα δώρα και τα μελομακάρονα του κόσμου δεν μπορούν να μην έχουν και μια ιδέα ενοχής πάνω τους. Σαν άχνη ζάχαρη, σ’ένα πιάτο με μικρούς, στρογγυλούς, κουραμπιέδες.    

Δρόμο παίρνω,
δρόμο αφήνω
στο ίδιο μέρος
δεν θα μείνω,
δρόμο θα πάρω
δρόμο θ’αφήσω
παιδιά θα βρω
να γαργαλήσω*




*Από το βιβλίο του Δ. Μπασλάμ, “O Γαργαληστής”



Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

και όλο γυρίζει

Σου γράφω πάλι από Θεσσαλονίκη. Βρέθηκα ξανά σε ταξίδι αστραπή να περπατώ στους παγωμένους δρόμους της και όπως πάντα, ένα τέτοιο ταξίδι μου φτιάχνει το κέφι. Τη μια στιγμή να είσαι εδώ και την άλλη αλλού, πώς μπορεί ο χρόνος και ο χώρος να χωρέσουν επιθυμίες και διαθέσεις, όλα είναι πιθανά, πιθανά, πιθανά όσο η γη μας γυρίζει, γυρίζει, γυρίζει.

Μ’αρέσει να ξυπνώ πριν απ΄την πόλη. Να περπατώ στους δρόμους της την ώρα που εκείνη ακόμα χουζουρεύει μέσα στα ζεστά της παπλώματα, να παρακολουθώ το αργό της ξεκίνημα, να τη χαζεύω την ώρα που πλένεται και πίνει τον καφέ της. Μ’αρέσει να νιώθω τον κρύο αέρα στο πρόσωπό μου και να βαδίζω χωρίς να πηγαίνω κάπου, ροκανίζοντας τον χρόνο.

Σου γράφω πάλι από Θεσσαλονίκη. Δυο λέξεις πρόχειρα σημειωμένες σε χαρτί λευκό, τρεις σκέψεις να προλάβουν να μείνουν, μη φύγουν κι’αυτές μαζί με τη μέρα. Όμορφη μέρα. Βγήκε και ένας ήλιος ολοστρόγγυλος, γιορτινός, βγήκαν μαζί του τα γυαλιά απ’τις τσάντες, και τα χέρια –παγωμένα χέρια- απ’τις τσέπες. Πάλι ξέχασα τα γάντια μου, ήταν η πρώτη σκέψη μου όταν έφτασα, μα τα κανόνισε ο ήλιος για χάρη μου, τυχερή, πόσα χατήρια μου’χει κάνει ως τώρα.

Άφιξη, πανεπιστήμιο, αγορά, αναχώρηση και κάπου ανάμεσα, ένας καφές στριμωγμένος και δυο τρεις λέξεις γραμμένες γρήγορα, έτσι όπως έβγαιναν, με φόρα, δυο τρεις λέξεις που σου στέλνω τώρα, μετά, χωρίς φκιασίδι, ούτε λίγο δεν πρόλαβα να τις χτενίσω, να ισιώσω τα ρούχα τους κομματάκι, έτσι φύγαν, όπως ερχόντουσαν, με φόρα ξανά.

Μ’αρέσει να γράφω μέσα στον κόσμο. Έχει μια κινηματογραφική αίσθηση αυτό, είσαι μόνος και δεν είσαι, είσαι μέσα στον κόσμο αλλά αλλού, η ζωή περνάει, αρκεί να μην μας προσπερνάει μόνο, όλα είναι πιθανά, πιθανά, πιθανά, όσο η γη μας γυρίζει. Αριστοτέλους στη μια παρά δέκα, κόσμος -λίγος- συγκεντρωμένος και πανό, στα μεγάφωνα άιντε θύμα, άιντε ψώνιο, κίνηση και πάνε- έρχονται περαστικοί. Και η γη, όλο να γυρίζει.


Σου γράφω πάλι από Θεσσαλονίκη. Σου γράφω από Θεσσαλονίκη, όσο είμαι ακόμα εδώ, σε λίγο θα φύγω, θα είμαι εκεί και για λίγο, όσο να φτάσω, δεν θα είμαι ούτε εδώ, ούτε εκεί, για λίγο δεν θα είμαι πουθενά, θα είμαι απλά πάνω ή σχεδόν πάνω σ’αυτή τη γη όπου όλα είναι πιθανά, σ’αυτή τη γη που όλο γυρίζει και με ξεμυαλίζει.    



Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

αποστάσεις

Ένα από τα πράγματα που γενικά με εκνευρίζει, είναι το γεγονός πως συχνά γράφω άλλα από αυτά που σχεδίαζα να γράψω. Βρίσκομαι ας πούμε στο δρόμο ή στη δουλειά, ακούω κάτι, ένα τραγούδι, μια συνομιλία, μια είδηση και κάνω κάποιες σκέψεις ή απλά μου δημιουργείται μια αίσθηση, ένα φίλινγκ, το  οποίο θέλω εκείνη τη στιγμή να καταγράψω. Σκαρώνω ένα μικρό ποστ στο μυαλό μου, η μια σκέψη ακολουθεί την άλλη και ανυπομονώ για την ώρα που θα μπορέσω ήσυχη να καθίσω και να μεταφέρω το μικρό μου ποστ στην οθόνη μου. Μέχρι να γίνει αυτό, οι πρώτες σκέψεις έχουν παρασυρθεί από άλλες, διαφορετικές, η αρχική αίσθηση έχει εξαφανιστεί ή μεταλλαχτεί και συχνά, από αυτό το μικρό ποστ δεν έχει μείνει παρά μόνο μια μικρή νοσταλγία για κάτι που δεν γράφτηκε ποτέ. Η απόσταση αυτού που αρχικά ήθελα να γράψω από αυτό που στο τέλος γράφεται, είναι ανάλογη με την απόσταση ανάμεσα στο αρχικό ερέθισμα και τη στιγμή που πιάνω στα χέρια μου το λαπτοπ. Κάποιες φορές ισοδυναμεί με έτη φωτός.  

Τον τελευταίο καιρό συνειδητοποίησα για εκατοστή περίπου φορά, πως τίποτα δεν είναι πλέον δεδομένο στη ζωή μας. Και στην ζωή των ανθρώπων γύρω μας. Και δεν μιλάω για πράγματα φλου όπως η ευτυχία ή ο έρωτας, αλλά για πράγματα πρακτικά, απλά και απαραίτητα, όπως ας πούμε ο ηλεκτρισμός. Ή το φαγητό. Ό,τι κι’αν φανταζόμασταν για το σήμερα, απέχει πολύ από αυτό που βιώνουμε καθημερινά. Όσο περίπου απέχει ο μέσος πολιτικός απ’τον μέσο πολίτη. Και η απόσταση όλο και μεγαλώνει. Εκθετικά.


Πάντα με ξαφνιάζει –ευχάριστα- πώς απλά πράγματα, όπως μια σειρά από φωτισμένα λαμπάκια ή ένα παλιό τραγούδι, μπορούν να μας κάνουν να γυρίσουμε στο παρελθόν. Εκεί που είσαι μέσα στην μαυρίλα και την καταχνιά, ακούς ένα γνωστό τραγούδι και με ένα μαγικό τρόπο, κάνεις στροφή, αρχίζεις να ψιλοτραγουδάς και όχι μόνο να ελπίζεις στο καλύτερο, αλλά να πιστεύεις ακράδαντα σ’αυτό, να το κοιτάς στα μάτια και να το περιμένεις, με την ίδια αφέλεια και δύναμη που είχες όταν ήσουν περίπου δέκα χρονών. Γίνεσαι ξανά –ας πούμε παιδί- η ζωή μοιάζει ξανά με κομεντί και τα εντινγκς είναι μόνο χάπι. Η απόσταση ανάμεσα στο χτες και το σήμερα, στο θέλω και το μπορώ, φαίνεται ξαφνικά πολύ μικρή, μηδαμινή. Ίση με την απόσταση που έχουν λίγες νότες πάνω σ’ένα πεντάγραμμο. 





Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

ζάχαρη με κανέλα

Τις τελευταίες μέρες μαζεύω συνταγές από το διαδίκτυο. Είναι η σειρά μου για μάζωξη και ψάχνω για νέα πιάτα, να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό κι’ας μείνουμε νηστικοί -δεν πειράζει- θα πιούμε μόνο και θα γελάσουμε, ή όχι, ούτε αυτό είναι απαραίτητο για να περάσει όμορφα μια βραδιά. Έτσι όπως άρχισε όμως, να μυρίζει ξανά χειμώνας, ίσως πρέπει να σταματήσω να ψάχνω για το αλλιώτικο, ίσως το μόνο που χρειάζεται είναι λίγα ξύλα που καίγονται, κόκκινο κρασί και καυτή σούπα στα πιάτα μας. Ζωηρές κουβέντες και καθαρές ματιές. Αυτά. Και μηλόπιτα να ψήνεται, για να μυρίζει το σπίτι ζάχαρη και κανέλα. Ανάκατα.

Στη δουλειά κάθε μέρα όλοι μιλάνε για τον Άδωνι. Τι είπε χτες, προχτές, παραπροχτές και πάει λέγοντας. Νιώθω περίεργα. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να ακούσω τι λέει ο συγκεκριμένος άνθρωπος, οι παραληρηματικοί μονόλογοι με αποσυντονίζουν, άσε που δεν έχω και την απαραίτητη υπομονή. Τα αυτιά μου κλείνουν αυτόματα  μπροστά στο θόρυβο  -έχω αναπτύξει τρελές άμυνες, το ξέρω- γεγονός που μου χαρίζει μια τρομερή ηρεμία την ώρα που οι άλλοι δίπλα μου λυσσάνε. Κάποια πράγματα κάνουν κακό στην υγεία και είπαμε, η υγεία είναι αγαθό. Ακόμα, τουλάχιστον.


Θέλω να διαβάσω ένα βιβλίο, αλλά όχι απλά να το διαβάσω. Θέλω να διαβάσω ένα βιβλίο που θα το ερωτευτώ, θα χαθώ τελείως μέσα του, θα το κρατάω στα χέρια μου με προσμονή και λατρεία. Σκέφτομαι να ξεκινήσω το 1Q84 του Χ. Μουρακάμι, πάει τόσος καιρός που θέλω να το διαβάσω και κάτι μου λέει ότι είναι ό,τι ακριβώς ζητάω αυτή την εποχή.  Αφοπλιστικό και παράφορο. Λυτρωτικό. Απροσδιόριστο. Σαν συνταγή που δεν μπορεί να μην πετύχει. Ζάχαρη με κανέλα. Απλούστατο.







Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

μακριά, πιο μακριά

Και αναρωτιέμαι γιατί αξίζει να γράψει κανείς, πλέον. Για τα αιώνια ερωτηματικά, τη ζωή και το θάνατο, την αναζήτηση της ευτυχίας και την ελαφρότητα του έρωτα; Για την έκπτωση που βιώνουμε, τον παραλογισμό, το θράσος και την αναλγησία; Για την αγωνία, την αβεβαιότητα, την απελπισία και τον μαρασμό; Για την κάθε μέρα που μπορεί ακόμη να μας ξεσηκώνει, ακόμα κι έτσι, ακόμα και τώρα, μέσα σε όλο αυτό τον πανικό; Ή ίσως μόνο για τη βροχή. Για τη βροχή που τρέχει πάνω στα καινούρια μου παπούτσια. Ναι, ίσως να αξίζει να γράφει κανείς πια μόνο για τη βροχή και τις διαδρομές της μέσα στην πόλη, ή για ένα ποτήρι κρασί με το πιο κόκκινο χρώμα του κόσμου. Για ένα ποτήρι κρασί, ένα τραγούδι, και τον ήχο της βροχής πάνω στους ώμους σου. Γι’αυτά. Και για όλα τ’άλλα, για το θυμό και τη λύσσα μας, για τη γελοιότητα που βιώνουμε καθημερινά, για το σήμερα, το αύριο, και το χτες, ας αφήσουμε να μιλήσουν τα τραγούδια, αυτά που μας αρέσει να τραγουδάμε δυνατά, στέλνοντάς τους όλους στο διάολο. Και ακόμη πιο μακριά.  





       

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

δεύτερη ευκαιρία

Βίωνε τον έρωτα απόλυτα. Με την ίδια ένταση και πάθος από την πρώτη, μέχρι την τελευταία μέρα. Τελευταία μέρα βέβαια δεν υπήρχε, δεν τελείωνε ποτέ ο έρωτάς του, η έξαψη και η αναμονή, η ταραχή, το ρίγος στα ακροδάχτυλα στη σκέψη και μόνο, ενός τυχαίου, ξαφνικού αγγίγματος. Α, ναι. Ήταν τυχερός. Μπορούσε να απολαμβάνει το αίσθημα φρέσκο, δροσερό, κάθε μέρα σαν την πρώτη μέρα, κάθε σκέψη νεογέννητη, κάθε απορία αναπάντητη και γι’αυτό παντοτεινή. Κάθε μέρα, όλη μέρα. Από την άλλη βέβαια -δεν ήξερε αν μετρούσε αυτό- ήταν τα πρόσωπα που άλλαζαν, ήταν τα πρόσωπα που έφευγαν για να μένει το αίσθημα ατόφιο, παρθένο, αμόλυντο από δεύτερες και τρίτες σκέψεις, από δεύτερες στιγμές, δεύτερα κάτι, οτιδήποτε, σιχαινόταν τη λέξη, τη σιχαινόταν. Ναι. Είχε γλιτώσει όμως από όλα αυτά. Διάλεγε φωνές στο ραδιόφωνο, κείμενα στο διαδίκτυο, πρόσωπα από τα απέναντι γραφεία και παθιαζόταν μαζί τους. Μπορούσε να ονειρεύεται μέρες ολόκληρες μια πρώτη συνάντηση, την πρώτη λέξη, το πρώτο φιλί. Βίωνε καθημερινά την γέννηση, την πρώτη ανάσα, την πιο σημαντική. Να μην ήταν μόνο εκείνες οι μέρες, που ένιωθε αυτό το φόβο, αυτή την ανησυχία μήπως όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα μεγάλο λάθος. Έτρεμε στη σκέψη ότι μπορεί να περνούσε όλη του τη ζωή μέσα σε μια τσιχλόφουσκα έτοιμη να σκάσει στα μούτρα του, αφήνοντας μικρά ροζ κομματάκια, στα χείλη και τα μάγουλά του. Και ήταν αυτές ακριβώς οι στιγμές που σκεφτόταν πως αν ο ίδιος ήθελε, η ζωή, ίσως, ίσως να του έδινε μια δεύτερη ευκαιρία. Αλλά ήταν αυτό το δεύτερη που τον χαλούσε. Δεύτερη. Τη σιχαινόταν αυτή τη λέξη. Ναι.  







φωτογραφία Brett Weston



Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

έξι - έξι

Τις νύχτες μετά βίας πια έσερνε τα βήματά του. Δέκα η ώρα και ένιωθε να κουβαλάει πάνω του το βάρος όλου του κόσμου. Γόνατα, μέση, ακόμα και αστράγαλοι έμοιαζαν να διαμαρτύρονται μπροστά σε κάθε μικρή κίνηση.  Λαχταρούσε το κρεβάτι του, να ξαπλώσει, να ξεφορτώσει το βάρος, το πρωί ξανά, δεν θα χαλάσει και ο κόσμος βρε αδερφέ, λίγες ώρες μόνο, να, λίγες ώρες. Από τη μέση και κάτω διαλυμένος και οι μέρες του από τη μέση και κάτω διαλυμένες και αυτές, ποιο σούρουπο, ποιο βράδυ, δώδεκα ώρες η ζωή του, έξι-έξι, μετά κενό, αναμονή και βήματα που σέρνονται τριγύρω. Οι γιατροί είχαν πια σηκώσει τα χέρια. Τέτοια κούραση, τόσο βάρος, απορούσαν, συζητώντας χαμηλόφωνα μεταξύ τους, μα αυτός εκεί, να ζει τους κύκλους του, έξι- έξι, αναμονή, ξεκούραση. Φυσικά δεν ήταν μόνο το βάρος, ήταν και οι άνθρωποι, έστω, κάποιοι άνθρωποι, αυτοί που τον κούραζαν πιο πολύ. Γι’αυτούς όμως, τώρα τελευταία είχε βρει λύση. Φαντάζονταν πως δεν υπάρχουν. Πως είναι μόνο φιγούρες που ανοιγοκλείνουν μπροστά του το στόμα, επιδεικνύοντας ούλα και δόντια και μικρές σουβλερές γλώσσες. Κοιτούσε απλά, με ένα ήσυχο χαμόγελο, σημαδεύοντας κάποιο σημείο πίσω τους, εκεί ακριβώς που υπολόγιζε πως θα έπεφτε η σκιά τους αν ο ήλιος τύφλωνε τα μάτια τους. Χαμογελούσε κοιτώντας τη σκιά τους, ήταν ήρεμος, χαμογελούσε, έξι- έξι, αναμονή, ξεκούραση. Όλα εντάξει.    





Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

να ζω

Οδηγώντας να πάω στη δουλειά, τώρα που οι μέρες μου ξεκινάνε ξανά μέσα στο φως, μετράω ώρες μέχρι την Παρασκευή. Τέλος Οκτώβρη και σκέφτομαι ότι όταν στις αρχές του μήνα μιλούσα για διασκέδαση νον στοπ, δεν είχα καν στο μυαλό μου τη φάρσα των ξανθών μαλλιών της μικρής Μαρίας ή τις πρόσφατες δηλώσεις Πάγκαλου. Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που ακούω δηλώσεις Πάγκαλου ή έστω κάποιο νέο που τον αφορά, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο εκτός από τον Οτσαλάν. Πάγκαλος – Οτσαλάν. Αυτό, τίποτε άλλο, κάθε μου σκέψη σταματά εκεί. Πέφτει στο κενό. Γκαπ.

Τριήμερο εθνικού εορτασμού και βρεθήκαμε στο Πήλιο, συγκεκριμένα στις Μηλιές να χαζεύουμε το θρυλικό τραινάκι. Κόσμος απίστευτος, με το ζόρι να βρεις να πιεις καφέ και να φας, έχει κάτι πολύ ωραία ταβερνάκια στη Βυζίτσα, τέσσερις μεγάλοι και τέσσερις μικροί να χαλάνε τον κόσμο. Και ένας ήλιος να σου κλείνει το μάτι και να σε ξεγελά. Για να χαρείς ξανά που είσαι άνθρωπος και μπορείς να περπατάς και να χαμογελάς, με χαμόγελο ολόκληρο, στο διπλανό σου. Ναι, υπάρχουν ακόμη τέτοιες μέρες, έρχονται ακόμη τέτοιες στιγμές που απλά ξεχνιέσαι και ζεις χωρίς δεύτερες σκέψεις, νιώθοντας απλή χαρά. Σκέτη. Ανάλαφρη. Ατόφια.


Βάζω τα παιδιά για ύπνο και χαλαρώνω με μια από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες. Όταν θέλω να ξεκουραστώ επιστρέφω πάντα σε κάτι οικείο, επιλέγω να δω μια αγαπημένη ταινία, να ξαναδιαβάσω ένα απ’τα παλιά μου βιβλία. Δεν ξέρω γιατί, με ηρεμεί αυτό, το γνώριμο, το αγαπημένο, ίσως γιατί μου δίνει μια αίσθηση γαλήνης, ή ίσως αυτή να είναι η πιο απλοϊκή ψευτοανάλυση του αιώνα, γεγονός πάντως είναι πως επέστρεψα ή πως δεν έφυγα ιδιαίτερα μακριά, γεγονός είναι πως απόλαυσα μια ταινία λατρεμένη, μια ταινία από αυτές που με κάνουν να πιστεύω ξανά, να επιστρέφω πάλι και πάλι, να θυμάμαι να πετάω όταν κουράζομαι να περπατώ, να θυμάμαι τελευταία στιγμή ανάσα να παίρνω, να θυμάμαι να ζω, να ζω, να ζω.  




Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

νον στοπ

Μπορεί ζώντας στη θαυμαστή αυτή χώρα, να παρακολουθούμε καθημερινά την ανικανότητα, την προχειρότητα και τη βλακεία, αλλά αν δούμε και τη θετική πλευρά, τουλάχιστον δεν βαριόμαστε ποτέ. Μιλάμε για διασκέδαση νον στοπ.



Κουράστηκα. 



φωτο Paul Caponigro





Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

σαν πουλάκι

Τα βράδια κοιμόταν ήσυχος σαν πουλάκι. Εδώ και δύο μέρες έχει κολλήσει στο μυαλό μου, άγνωστο γιατί, αυτή η φράση. Τα βράδια κοιμόταν ήσυχος σαν πουλάκι. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε, ούτε για ποιον μιλάει. Διορθώνω. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε, ούτε για ποιον μιλάω, άρχισα όμως να προσπαθώ να φαντάζομαι αυτόν τον κάποιον. Τα βράδια εντάξει, τις μέρες άραγε τι κάνει; Τι σκέφτεται, πώς περπατά, πόση ζάχαρη βάζει στον καφέ του; Ζει μόνος; Κοιμάται μόνος; Κάνει έρωτα με το φως σβηστό και τα παράθυρα ορθάνοιχτα; Πάει γήπεδο, διαβάζει, βρίζει όταν οδηγεί; Πόσες μέρες έχει να ξυριστεί; Τι ζητάει, τι φοβάται, κάθε πότε ονειρεύεται; Προσπαθώ να σκεφτώ το πρόσωπό του, κάποιο σημάδι στο σώμα, κάθε μισό του χαμόγελο. Δεν ξέρω αν θα ήθελα να τον γνωρίσω, αλλά μάλλον θα ήθελα να γράψω γι’αυτόν.

Κοιμάμαι και ξυπνάω μέσα στον βομβαρδισμό των ειδήσεων για τη ΧΑ. Είμαι σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων και περιμένω από πού θα ξεπηδήσει ο επόμενος λαγός. Υπάρχει μέσα μου σκεπτικισμός και μικρή καχυποψία, παρόλα αυτά, νιώθω μια χαρά και μια ανακούφιση που περιμένει να δοκιμαστεί. Όλα μοιάζουν εύκολα και απλά, τόσο εύκολα, τόσο απλά, μας ξεπερνά αυτή τους η δυναμική, η ταχύτητά τους. Είναι σαν να έχω κάνει ζαπινγκ κανένα μισάωρο και ξαφνικά να μην ξέρω πιο έργο παρακολουθώ. Περιμένω τους τίτλους τέλους και σταυρώνω για τύχη τα δάχτυλά μου.  

Στο σπίτι ακούγεται μια σιγανή μουσική και η κατσαρόλα που σιγοβράζει λίγα μέτρα πιο πέρα. Πήγε έντεκα και είκοσι εννιά, πάει η μέρα, πάει ο μήνας, αυτός ο θαυμαστός Σεπτέμβρης, σε λίγο θα ξαπλώσω, κάποια στιγμή θα κοιμηθώ, όπως και να’χει, ό,τι κι’αν γίνει, εγώ είμαι εδώ και κάπου εκεί έξω, κάποιος κοιμάται ήσυχος σαν πουλάκι. Ανάμεσα σε βαμβακερά σεντόνια. Λευκά με μια ψιλή πορτοκαλί ρίγα στην μια άκρη. Με τα φώτα όλα σβηστά.


Τα βράδια κοιμόταν ήσυχος σαν πουλάκι. Κάποια μέρα, ίσως να γράψω ένα ποστ που ν‘αρχίζει έτσι. Ή ίσως και να το΄χω ήδη κάνει.



Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

νύχτα

Την ώρα που η πόλη ησυχάζει, αν σταματήσεις για ένα λεπτό να μιλάς, αν σταματήσεις να σκέφτεσαι και σταθείς μέσα στο σκοτάδι, αν σταθείς απλά, εκεί, με την ανάσα σου να βγαίνει αθόρυβη, μπορείς να ακούσεις την καύλα όλου του κόσμου να ζωντανεύει. Ανάμεσα σε λερωμένα πεζοδρόμια και σύρματα της ΔΕΗ, με τον ουρανό από πάνω και την άσφαλτο που τρέμει στα πόδια σου, θα νιώσεις να σε γεμίζουν κραυγές από ανάγκη και λύσσα, μανία και προσμονή.



Μόνη σου επιθυμία, να προχωρήσεις μπροστά, μέσα στην πόλη που φωνάζει τ’όνομά σου, να προχωρήσεις απνευστί μπροστά, ακόμη κι’αν δεν έχεις ιδέα που πας. 






φωτογραφία Joyce Tenneson

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

από Αύγουστο, Σεπτέμβρη

i). Από μαθήτρια μου έχει μείνει και μετράω το χρόνο σε χρονιές σχολικές, μισή και μισή χρονιά μας κάνει μία, από Σεπτέμβρη σε Σεπτέμβρη, κάτι αρχίζει, κάτι τελειώνει. Κι΄όσο κρατούσε το σχολείο, τότε ήταν -περισσότερο κι απ΄τα γενέθλια- η εποχή που ένιωθα ότι μεγαλώνω. Πρώτη, δευτέρα, τρίτη, σχολείο που ξεκίνησε με σύμβολο τη μπλε ποδιά και τελείωσε με μπλου τζην, 501, μαγικό νούμερο, αγαπημένο. Αγάπησα τη μπλε μου ποδιά, αγάπησα και τα τζην μου, μα πιο πολύ αγάπησα το σχολείο και κάθε στιγμή που πέρασα μέσα σ’ αυτό. Κι’αν δεν το ήξερα τότε, το ξέρω τώρα, το ξέρω κάθε φορά που τελειώνει ένα καλοκαίρι, που μια καινούρια χρονιά ξεκινά.

ii). Κοιτάζω τη μικρή που θα πάει φέτος στο νηπιαγωγείο και νιώθω έξαψη και αγωνία. Δεν με αφήνει πια να της πιάσω τα μαλλιά κοτσιδάκια, θέλω τα μαλλιά μου κάτω μαμά, μεγαλώνει, σκέφτομαι, μεγαλώνει και είναι ωραία, είναι ωραία έτσι όπως μεγαλώνουμε παρέα, με τα μαλλιά μας -που μοιάζουν- στους ώμους και τα χέρια κρατημένα σφιχτά.

iii). Αυτό το καλοκαίρι ήταν από τα ομορφότερα. Ένα όμορφο καλοκαίρι στην εποχή του ζόφου. Και ίσως, ακριβώς λόγω εποχής, ίσως γι’αυτό να ήταν τόσο όμορφο, ίσως γι’αυτό να το νιώθω μέσα μου σαν κάτι πολύτιμο, είμαστε εδώ, καλά, μαζί, όλοι εδώ, ναι, ένα όμορφο καλοκαίρι. Για φίλημα.

iv). Μερικές φορές, νιώθω πως θέλω να πω σε όλα ναι. Κι’όλα εκείνα που ήρθαν και πέρασαν και τ’άφησα να φύγουν, να τα μαζέψω γύρω μου κοιτώντας τα στα μάτια, τώρα που μεγάλωσα και ξέρω τις λέξεις να τις πω. Να τα μαζέψω γύρω μου να γίνουμε φίλοι ξανά, να πιούμε και ένα ποτό, έτσι, που ξαναβρεθήκαμε, να πιούμε κι’ένα ποτό για τα Αυγουστιάτικα φεγγάρια που δεν είδαμε παρέα, για εκείνα τα 501 που λιώσαμε πάνω μας.

v). Μεθαύριο, θα κάνουμε ένα μικρό σκασιαρχείο. Θα το παίξουμε άρρωστοι με το Σ. και δεν θα πάμε στη δουλειά. Θα αφήσουμε τα παιδιά και θα φύγουμε με τη μηχανή όλη τη μέρα. Θα βγούμε έξω απ’την πόλη, θα ψάξουμε για μια αχαρτογράφητη γωνιά και θα σταθούμε ν’ ανασάνουμε ο ένας δίπλα στον άλλο. Έτσι απλά.

Κανονίστηκε.   





Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

σαν μεγάλο καράβι

Μερικές φορές, σκέφτομαι πως θα’θελα να’μουνα ο σούπερμαν ή κάποιος τέτοιος ωραίος τύπος, με κάπα και τα σχετικά, να πετάω όποτε θέλω πάνω απ’την πόλη, πηγαίνοντας σε χρόνο μηδέν από το ένα σημείο στο άλλο. Θα τους ξάφνιαζα όλους με την ακρίβεια που θα είχα στα ραντεβού μου, ποια εγώ, που θα σε στήσω είναι σίγουρο, αν ποτέ συναντηθούμε, στο λέω, εκτός αν είσαι σαν την φίλη μου την Ε., οπότε παραδίνομαι, κανείς δεν μπορεί να σε στήσει, όσο και να αργήσω, θα φτάσεις μετά από μένα. Θα ήθελα λοιπόν να απλώνω τα χέρια και να ταξιδεύω -όπου θέλω- με τον αέρα στα μαλλιά μου, αλλά μετά σκέφτομαι πως δεν θα μπορούσα να πάω πουθενά, έχω χάλια προσανατολισμό, το πιο πιθανό να χανόμουν, έτσι όπως θα πετούσα χωρίς σχέδιο πτήσης, χωρίς πινακίδες να μου δείχνουν το δρόμο και ούτε έναν άνθρωπο να ρωτήσω εκεί ψηλά.

Λένε ότι ο Αύγουστος είναι μήνας διακοπών, αλλά νομίζω, ότι πιο πολύ του ταιριάζει να λέγεται, μήνας επιστροφών. Είναι γεμάτος επιστροφές ο Αύγουστος, γεμάτος βαλίτσες που αδειάζουν και εισιτήρια που μένουν τσαλακωμένα στις πίσω τσέπες παντελονιών ή σε λευκές, μεγάλες τσάντες, μαζί με κάποιο λιποζάν μισολιωμένο και τρίματα από μπισκότα σοκολάτας. Επιστροφές και φωτογραφίες, διαδρομές και αφηγήσεις, μα πιο πολύ επιστροφές και κρυφή ανακούφιση, αφού, ποτέ δεν επιστρέφεις σε κάτι χωρίς να το θες, χωρίς να το έχεις επιθυμήσει πρώτα, να έχεις δει με το μυαλό σου όλη τη διαδρομή μέχρι το χαλάκι της εξώπορτας και το κουδούνι της πόρτας.

Το καλοκαίρι είναι μια μαγική εποχή. Σου δίνει την ευκαιρία να μαυρίσεις και μετά να ξεφλουδίσεις, να αλλάξεις χρώμα και δέρμα. Ξαναβαφτίζεσαι στην αλμύρα της θάλασσας και αν είσαι τυχερός, διαλέγεις το σωστό όνομα αυτή τη φορά. Αν όχι, δεν πειράζει, θα σου μείνει πάντα η απόλαυση της βουτιάς και εντάξει, θα’ρθουν κι’άλλα καλοκαίρια, θα’ρθουν κι ‘άλλες βουτιές, άπειρα ονόματα για να διαλέξεις.


Και είναι κάτι τέτοια βράδια, που σκέφτομαι πως δεν πειράζει, ας μην έχω κάπα και ακρίβεια, τι να γίνει, ας είναι, ας μην πετάω, θα μάθω πιο γρήγορα να περπατάω, θα βαδίζω απλά, με τον αέρα στα μαλλιά μου, αρκεί κάθε καλοκαίρι να ξαναβαφτίζομαι και να επιστρέφω, εδώ, να επιστρέφω με τα χέρια ανοιχτά, πάνω σ’ένα μεγάλο, φωτισμένο καράβι,  σ’ένα μεγάλο καράβι, που θα’μαι μέσα και γω.  




Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

τελικά


Τις τελευταίες μέρες μίλησα με φίλους, φίλους φίλων, γνωστούς και κάτι άσχετους που έτυχε να βρεθούμε παρέα. Και κατάλαβα ότι δεν πρόκειται να γίνει τίποτα, τίποτα αληθινό και ουσιαστικό για αυτή τη χώρα και τους ανθρώπους που ζούνε σ’αυτή. Γιατί, όσοι έχουν τη δύναμη να αλλάξουν κάτι, αδιαφορούν εντελώς και δεν θέλουν καμιά αλλαγή. Και όσοι θέλουν να αλλάξουν τα πάντα, δεν έχουν τη δύναμη να το κάνουν. Και μου τη δίνει αυτό. Τελικά.









φωτογραφία Willy Ronis

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

πάντα και παντού

Περνάνε οι μέρες, έρχονται και φεύγουν σαν σκηνές από ταινία που δεν ήθελες να δεις, όμως κάθισες στον καναπέ και κόλλησες και πέρασε η ώρα, περνάνε οι μέρες και σε τυλίγουν σε μια κούραση γλυκιά και μια ζάλη καλοκαιρινή και κοιτάς και απορείς, μα πιο πολύ απορείς που απορείς, πώς γίνεται να συνεχίζεις να πέφτεις απ’τα σύννεφα, πώς γίνεται να μην έχει τέλος αυτή η πτώση, πώς συνεχίζεις να κοιτάς -πέφτοντας- και δεν ουρλιάζεις, δεν ουρλιάζεις μ’όλη τη δύναμη των χρόνων σου και της λύσσας που σε τρώει.

Περνάνε οι μέρες, ανάλαφρες, σαν λευκά σεντόνια σε κίτρινα παράθυρα και ήρθες πια και κατάλαβες πως σαν με τον τοίχο μιλάς, δεν έχει πρόβλημα ο τοίχος, εκείνος που εξακολουθεί να του μιλάει έχει το πρόβλημα, το πρόβλημα το΄χεις εσύ που απορείς, το πρόβλημα το΄χεις εσύ που μιλάς σε τοίχους, το πρόβλημα είναι κάθε τι που δεν θυμίζει καλοκαίρι, παγωμένες μαργαρίτες και αντηλιακό με άρωμα καρύδα.  

Περνάνε οι μέρες, έρχονται και φεύγουν και ψάχνεις να βρεις ποιος είσαι, ψάχνεις να σε βρεις ανάμεσα στην άμμο και στα λευκά βότσαλα που μάζεψες κάποιο απόγευμα στην παραλία, τα μάζεψες και ξεμείνανε στην ψάθινη την τσάντα, ψάχνεις να βρεις ποιος είσαι και πώς θα ταιριάξουν όλα αυτά μέσα σου, πώς θα ταιριάξει η οργή με τη θαλασσινή την αύρα, πώς θα δέσει η λύσσα με το δέρμα σου που άρχισε να παίρνει χρώμα και τις απέραντες νύχτες του Ιουλίου.


Περνάνε οι μέρες, έρχονται και φεύγουν σαν σκηνές από ταινία, οι μέρες σε απελπίζουν και σε μεθάνε τα βράδια, κάθε βράδυ λες δεν μπορεί, θα ξημερώσει, κάθε πρωί στα ίδια τα σεντόνια σηκώνεσαι, και δεν είναι που μεθάς, δεν είναι που απελπίζεσαι, είναι που αργά μεταμορφώνεσαι, είναι που τρέμεις στην ιδέα να έρθει μια μέρα που θα ταιριάζεις πάντα και παντού, σαν το γαλάζιο του ουρανού.








φωτογραφία  In the box, Ruth Bernhard

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Μ’ανοιχτό πουκαμισάκι

Γυρίζω απ’τη δουλειά και βρίσκω το σπίτι άδειο. Ο Σ. πήγε βόλτα τα μικρά και μου άφησε έτσι, ένα δίωρο να χαζομαζέψω το σπίτι και να κάνω ένα γρήγορο ντους. Καθαρίζω το πρόσωπό μου, γαλάκτωμα, λοσιόν, κρέμα δροσερή, για μια ενυδάτωση παραμυθένια. Απολαμβάνω την ηρεμία γύρω μου και τις κυκλικές κινήσεις των δαχτύλων πάνω στο δέρμα, αλλά έχω ήδη πάρει τηλέφωνο “να προσέχετε, να μην αργήσετε, μη χτυπήσετε πάλι”. Σε λίγο δέχομαι και εγώ τηλέφωνο απ’τη δική μου μαμά, “να τρως, να μην κουράζεσαι” λέω “ναι μαμά”  και χαμογελάω στον εαυτό μου, κουνώντας σιγά το κεφάλι.

Ανοίγω την τηλεόραση και με μισό μάτι παρακολουθώ τις ειδήσεις. Έχω πολύ καιρό να μάθω ειδήσεις από την τηλεόραση και σχεδόν διασκεδάζω. Γελάω με την ανταλλαγή δηλώσεων Βορίδη – Βενιζέλου και τις παρεμβάσεις ΓΑΠ και Μητσοτάκη. Ακούω τις δηλώσεις Πολύδωρα και δεν ξαφνιάζομαι, ούτε λίγο δεν παθαίνω. Ούτε μια σταγόνα έκπληξης δεν πετάγεται στο πρόσωπό μου. Μεγαλώνω; Μαθαίνω; Σίγουρα, μεγαλώνω.  Ίσως, μαθαίνω.

Αυτό τον καιρό διαβάζω το «Η Κλάρα στο μισοσκόταδο» και μου αρέσει πολύ. Έχω δυο - τρία βιβλία, που περιμένουν στο κομοδίνο μου να τα διαβάσω, και κάνα δυο στα υπ’όψιν να αγοράσω, αλλά δεν ελπίζω σε τόσα πολλά. Τα πιτσιρίκια σπάνια κάθονται φρόνιμα για πάνω από δεκαπέντε λεπτά συνεχόμενα και πάντα υπάρχει κάτι άλλο, που πρέπει πρώτα να κάνω.

Φύγαμε για λίγες μέρες και κατάφερα να ξεκουραστώ και να κάνω και κανένα μπάνιο. Πήρα χρώμα και μισό κιλό και βαθιές θαλασσινές ανάσες. Πρώτη φορά πάω διακοπές μέσα στον Ιούνιο και χάρηκα τις ήρεμες παραλίες και την καθαρή θάλασσα. Νιώθω να έχω γαληνέψει, και η σκέψη μου πετάει ανάλαφρα τριγύρω. Τα μικρά χόρτασαν άμμο, άμμο στο σώμα, τα μαλλιά, στα μάγουλα, άμμος και αλάτι να κρέμεται απ’τα τσίνορά τους. Και παγωτό βανίλια. Σε πιτσιλιές. Ολ αράουντ. Εγώ χόρτασα ύπνο και ξεκίνησα ένα όμορφο καλοκαίρι.


Καλοκαίρι. Μ’ανοιχτό πουκαμισάκι σ’άλλα μέρη.