Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Dr. karagiozaki

Επιτέλους. Μετά από χρόνια, έξι τον αριθμό, κατάφερα να υποστηρίξω χτες το πρωί τη διδακτορική μου διατριβή. Μεσολάβησε ένας γάμος, δύο παιδιά και δουλειά αλλά ναι, είναι αλήθεια, παρουσίασα!
Τώρα που η έρευνα στην Ελλάδα γίνεται σιγά σιγά το μεγαλύτερο ανέκδοτο, που στο Δημόκριτο μιλάνε για συγχωνεύσεις εργαστηρίων και μειώσεις κονδυλίων στον πάτο της θάλασσας έφτασε η ώρα να πάρω και το τελευταίο μου «χαρτί». Έχει μείνει ένα κενό στον τοίχο και πρέπει να το γεμίσω. Θα το κρεμάσω λοιπόν στον τοίχο μου, στον τοίχο του μυαλού μου, να το κοιτάω τις δύσκολες μέρες, αφού για μένα αυτό το χαρτί πάνω από όλα συμβολίζει την προσπάθεια, την μη παραίτηση, τον καθημερινό αγώνα για όσα φαίνονται μακρινά, δύσκολα,  απίθανα. Αυτό το χαρτί είναι για μένα μόνο για μένα. Για τον προσωπικό μου τοίχο, μόνο γι’αυτόν.
Μετά από δεκαέξι συναπτά έτη, σταματώ σήμερα να είμαι φοιτήτρια. Τόσα χρόνια ο τίτλος αυτός ήταν μεγάλο μέρος μου. Φοιτήτρια. Έστω και εργαζόμενη. Έστω και μητέρα. Πάντα και φοιτήτρια. Μέχρι τώρα. Νιώθω όμορφα που μπορώ να βάλω επιτέλους αυτή την τελεία. Κάποιες τελείες είναι αλήθεια πως φέρνουν νέο αέρα στη ζωή μας. Μας βάζουν σε άλλους δρόμους καινούργιους, γεμάτους από υποσχέσεις για τις νέες μικρές μας περιπέτειες.
Ήρθε η ώρα να «κρεμάσω» την ποδιά μου και να παραδώσω το πάσο μου. Για μένα αυτός ο δρόμος σταματάει κάπου εδώ. Τέλος εποχής. Ευλογημένο τέλος. Όχι ότι στη ζωή μου πρόκειται να αλλάξει τίποτα.

Να, απλά τώρα πια δεν είμαι ένα σκέτο karagiozaki, είμαι Dr. Karagiozaki.
Κάτι είναι και αυτό.

 
 @ Μ.Π.  Ευχαριστώ πολύ, για όλα.




Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

κάθε στιγμή, χαράματα


Θα’θελα να άκουγα μια καντάδα. Μια καντάδα από τα παλιά να έρθει και να σκεπάσει τον ήχο της πόλης. Να παρασύρει στο πέρασμά της την αμφιβολία μιας εποχής που έμελλε να γίνει πιο γενναία, πιο ηρωική, πιο πεισματάρα απ’όσο περίμενε ποτέ η μάνα της. Μια καντάδα να γεμίσει την ψυχή μου, να γυρίσει τη σκέψη, να διώξει το δηλητήριο. Λίγη ομορφιά, αντίδοτο στην αθλιότητα, τη χυδαιότητα και τη μιζέρια. Μια καντάδα του τριάντα, τότε που ακόμα τα λόγια είχαν αξία γιατί οι λέξεις σήμαιναν ακριβώς τον ορισμό τους.
Θα’θελα να άκουγα μια καντάδα, από εκείνες τις μαγικές που ακούγαμε φοιτητές σε κάτι ρεμπετάδικα της κακιάς ώρας, (που πήγαν? υπάρχουν ακόμη στην Αθήνα του ‘11?) και τραγουδούσαμε αγκαλιασμένοι με τα μάτια κλειστά, όλο το μαγαζί μια παρέα. Ένα πακέτο τσιγάρα έκανα κάτι τέτοια βράδια, -θυμάσαι?- και έχω τέσσερα χρόνια να βάλω τσιγάρο στο στόμα μου.
Θα’θελα να άκουγα μια καντάδα, παιγμένη μόνο για πάρτη μου. Κι’ας μην είναι κάτω απ΄το παράθυρό μου, κι’ας μην είναι η αγάπη μου κρυφή και η ζωή μου ταινία. Μια καντάδα κι’ας είναι στο φως του ήλιου, στη μέση του δρόμου, στο κέντρο της πόλης. Όσο υπάρχουμε ακόμη, όσο η φωνή μας ακόμη ηχεί δυνατή, μια καντάδα, να τραγουδήσουμε παρέα.




"Χαράματα η ώρα τρεις
θα ΄ρθω να σε,  θα ΄ρθω να σε ξυπνήσω
κρυφά από τη μάνα σου να σε χαρώ
να βγείς να σου, να βγείς να σου μιλήσω"

Το βασίλειό μου, για μια καντάδα.
Κι’ας είναι απ’άλλη εποχή.  Κι’ας περάσαν  χρόνια.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

ανασαίνοντας, ζω

Σάββατο πρωί, στο κέντρο του Βόλου
Στην αγορά πηγαινοέρχεται κόσμος με βήμα ζωηρό, άλλοι τρέχουν να κάνουν ψώνια του Σαββατοκύριακου – πέσαν και μαζεμένες γιορτές- άλλοι προχωράνε αργά, ήρεμα, βολτάρουν και χαζεύουν βιτρίνες. Στα καφέ τα τραπέζια γεμάτα, ίσως όχι όπως κάποτε, πάντως γεμάτα, καπνίζουν όλοι παντού, μέσα έξω, -από τα πιο πετυχημένα αστεία, ο αντικαπνιστικός νόμος- κουβέντες, μουσική όλα ένα. Πίνουμε καφέ και μιλάμε με ένα φίλο που είχε πάει πριν λίγο καιρό στην Τεχεράνη για ένα συνέδριο. Περιέγραφε με τα χειρότερα λόγια αυτό το γκρίζο μέρος όπου τα πάντα είναι απαγορευμένα, τη βρώμα που κρύβονταν και στα καλύτερα ξενοδοχεία, την τρομερή ανελευθερία των ανθρώπων. Κλίμα τρομοκρατίας να πλανάται πάνω από την πόλη. Μου έκαναν μεγάλη εντύπωση τα λόγια του. «Δεν μπορούσα να ανασάνω» μου είπε. «Κανένα χρώμα πουθενά, ένιωθα διαρκώς ένα σφίξιμο. Κάποια στιγμή πριν φύγουμε, βγήκα με τις βαλίτσες στο δρόμο και περπάτησα για λίγα λεπτά. Στρατός παντού. Δεν είχα κάνει τίποτα και ένιωθα να φοβάμαι. Περπατούσα σ΄αυτούς τους άσχημους δρόμους και ένιωθα σαν φυλακισμένος. Ένας φυλακισμένος με βαλίτσες.»

Κυριακή πρωί, Πορταριά Πηλίου
Κρύο και ένας ήλιος παγωμένος να προσπαθεί να μας ξεγελάσει. Ο Βόλος στα πόδια μας, φαίνεται τόσο όμορφος, είναι όμορφος, έτσι όπως απλώνεται με το ένα πόδι στο βουνό και το άλλο στη θάλασσα, αραχτός και ωραίος. Νιώθω τον παγωμένο αέρα στο πρόσωπό μου και παίρνω βαθιές ανάσες. Στέκομαι στην άκρη του δρόμου, οι άλλοι με περιμένουν για να μπούμε μέσα και εγώ στέκομαι εκεί, ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, απολαμβάνοντας τη φύση, το κρύο που παγώνει τα μάγουλά μου, απολαμβάνοντας αυτό και μόνο το γεγονός της ύπαρξής μου. Στρέφω το πρόσωπο προς τα πάνω, κλείνω τα μάτια, και αφήνω τον ψεύτη ήλιο να χαϊδέψει τα κλειστά μου βλέφαρα. Παίρνω βαθιές αναπνοές, πολλές βαθιές, παγωμένες αναπνοές και νιώθω ευτυχισμένη που ανασαίνω, νιώθω ευτυχισμένη που μπορώ και ανασαίνω ελεύθερα. 

Κυριακή μεσημέρι, κάπου στο Βόλο
Τρώμε στο πατρικό μου και μέσα στο σπίτι επικρατεί πανικός. Ανακατεμένες φωνές, ανακατεμένες ανάσες, η μικρή τρέχει γύρω, γύρω, ο μπέμπης στο καθισματάκι του παλεύει με ένα λούτρινο χελωνάκι. Τραπέζι οικογενειακό, γιορτινά στρωμένο, -κάθε μέρα που είμαστε μαζί είναι γιορτή, λέει η μαμά μου- ατελείωτες συζητήσεις και χιλιοειπωμένες ιστορίες που ακούγονται πια σαν παραμύθια. Στιφάδο χταπόδι στα πιάτα μας, γαλακτομπούρεκο, κόκκινο κρασί, κάθε τσούγκρισμα και ευχή. Ζαλισμένα χαμόγελα και ζεστασιά.
Και αγάπη, πολλή αγάπη. Κυρίως αυτό.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

doll, baby doll

Η αλήθεια είναι πως πάντα πίστευε στην καλή της τύχη. Στην καλή νεράιδα που θα της έφερνε το φόρεμα και τα γυάλινα γοβάκια. Αυτό που δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν γιατί αργούσε τόσο πολύ. Κόντευε πια τα σαράντα. Όμορφη, έξυπνη, πετυχημένη θα έπρεπε να πέφτουν όλοι στα πόδια της αν τους έκανε τη χάρη να ρίξει έστω μια ματιά. Κι΄όμως. Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, έντονο, παθιασμένο, κινηματογραφικό, έμενε ξανά και ξανά μόνη, με την απορία ζωγραφισμένη στο κουκλίστικο πρόσωπό της.
Τι είχε πάει λάθος? Είχε μάθει να είναι όσο έπρεπε γλυκιά, λιγάκι αυστηρή, ναζιάρα με άποψη και χάρη καλλιτεχνική. Να απαιτεί την προσοχή μα και το σεβασμό, ενώ έβγαζε τον κρίσιμο, βαθύ αναστεναγμό. Λιγάκι αφελής, λιγάκι αρπαχτικό, ήτανε – το ήξερε- το τέλειο θηλυκό.
Να όμως που ήτανε μόνη, φρικτά μόνη και  το μέσα της το ένιωθε παγωμένο. Εκτός από εκείνα τα βράδια. Εκείνα τα βράδια που έρχονταν απροειδοποίητα και τάραζαν τη σιγουριά της, χλώμιαζαν το όμορφο πρόσωπο, φώτιζαν το βλέμμα. Ευτυχώς όμως, το πρωί την έβρισκε και πάλι στις επάλξεις. Η νεράιδα θα έφτανε από μέρα σε μέρα, τα σημαντικότερα λάθη δεν ήταν τα δικά της, η ζωή θα της ξεπλήρωνε όσα της χρωστούσε.

Άλλωστε, είχε μεγαλώσει γνωρίζοντας καλά πως nobody puts baby in a corner.     


Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

επτά δισεκατομμύρια δεκατρείς φωνές


Μπαίνω με φούρια μέσα στο σπίτι, βγάζω γρήγορα το παλτό μου ενώ ταυτόχρονα  δίνω φιλί στη μικρή και σκάω χαμόγελο στο μπέμπη που κουνάει έξαλλα χέρια και πόδια από τη χαρά του μόλις μπαίνω στο δωμάτιο. Με κοιτάει με λατρεία -ΛΑΤΡΕΙΑ όμως- και ξαφνικά ξέρω γιατί όλοι οι άντρες είναι μαμάκηδες. Γιατί έτσι τους έπλασε η φύση και ο καλός Θεούλης. Τελεία. Πριν προλάβω να πάρω ανάσα πρέπει να βάλω τη στολή του σούπερ ήρωα –αυτή της μαμάς- και να αναλάβω τα μικρά. Γυρίζω από εξωτερικές δουλειές και έχω τα νεύρα μου, θα’θελα να μπορώ να γκρινιάξω για χίλια πράγματα, αλλά αυτή είναι μια πολυτέλεια που πολύ απλά δεν είναι για μένα.
Ώρες ώρες μου λείπουν εκείνες οι εποχές που μπορούσα πραγματικά να κάνω μια ολόκληρη σκέψη χωρίς να με διακόψει ένα ουά-ουά, ένα μαμά-μαμά, ενίοτε και ένα ουά μαμά ουά μαμά. Αυτή η εβδομάδα δεν ήταν καλή. Ήταν μια κακή εβδομάδα, απογοητευτική από αυτές που θες να φύγουν και να μη ξανάρθουν. Έρχεται Σαββατοκύριακο όμως και σταυρώνω με προσμονή τα δάχτυλά μου.
Υπάρχουν πλέον τόσα πολλά που με θυμώνουν εκεί έξω. Λες και η πόλη είναι κάτω απ’την επίδραση φίλτρου. Τα κομμάτια του μαγικού καθρέφτη έχουν μπει στο μάτι του κόσμου και η βασίλισσα του χιονιού περιμένει να κλείσει σ’ένα κάστρο από πάγο την καρδιά μας. Με πνίγει το «κακό και το άδικο» και νιώθω να κόβεται η φωνή μου, ακριβώς τη στιγμή που θέλω πιο πολύ να φωνάξω, να φωνάξω με μανία. Είναι στιγμές που θέλω να ουρλιάξω, να ουρλιάξω τόσο δυνατά που να τους πάρει ο διάολος όλους, μα η φωνή μου είναι φυλακισμένη μέσα στους τοίχους μου. Σκέφτομαι να ανοίξω το παράθυρο και να αφήσω ελεύθερη να ακουστεί η αγανάκτησή μου, μα φοβάμαι πως η φωνή μου θα πνιγεί μέσα στους ήχους της πόλης. Νιώθω μικρή, πολύ μικρή, ένα όνομα, πέντε γράμματα, μες το βιβλίο της πλάσης. Θα’θελα να μπορούσε η φωνή μου να πάρει δύναμη απ΄τη φωνή του κόσμου. Για ένα λεπτό, μια συνεχόμενη κραυγή, εκατό, διακόσιες, χίλιες, χίλιες δεκατρείς φωνές, ένα εκατομμύριο φωνές, επτά δισεκατομμύρια φωνές ενωμένες σε ένα σύνθημα, σε μια κραυγή, να νικήσουν την κάθε κεντρομόλο, να μπει σ’άλλη τροχιά ο πλανήτης.  
Με πιάνει μια θλίψη κάποιες φορές και θέλω απλά να βάλω τα κλάματα, να κλείσω τα μάτια και να αφήσω να χυθούν ποτάμι τα μέσα μου, μα δεν το τολμώ γιατί φοβάμαι πως μαζί με τα δάκρυα θα φύγει, θα κυλίσει έξω και η οργή μου, αφήνοντάς με ήρεμη και συμβιβασμένη. Εγώ όμως τη θέλω την οργή μου. Θέλω το πείσμα μου ζωντανό να χτυπάει στη φλέβα, το θέλω για να ξεκινώ ξανά την κάθε μέρα, για να κοιτάζω στα μάτια τα παιδιά μου, να ντύνομαι τη στολή του σούπερ ήρωα, του κάθε ήρωα, του κάθε ανθρώπου.
Και είναι και οι στιγμές οι άλλες, που θα’θελα απλά να ήμουν παιδί και να μπορώ να κρύψω κάτω απ’το πάπλωμα το πρόσωπό μου, να γυρίσω σ’ένα παιδικό δωμάτιο, τότε που όλος ο κόσμος ήταν παιχνίδια στα ράφια και ζωγραφιές, οι μέρες εύκολες και απλές σαν ποιήματα σε σχολικές γιορτές. Μα ξέρω καλά πως δεν μπορώ, τώρα το ποίημα το γράφω εγώ και το τέλος δεν το ξέρω.   
Σκέφτομαι… σκέφτομαι και το παραλήρημα μου συχνά διακόπτει ένα ουά και ένα μαμά. Αναρωτιέμαι μέσα σ’όλα, αν θα μπορέσει ποτέ ο άνθρωπος να νικήσει τον εαυτό του. Αν θα μπορούσε τελικά να ήταν ο κόσμος μαγικός, παράδεισος η πλάση, όπως τόσο όμορφα μας περιγράφει αυτή η κιθάρα, η κουτσή. Και ποιο θα ήταν το μυστικό ενός τέτοιου κόσμου. Κάνω μηχανικά ψιλοδουλειές μέσα στο σπίτι, -σηκώνω δυο παιχνίδια από το πάτωμα, βάζω ένα ποτήρι στο πλυντήριο πιάτων- ενώ ταυτόχρονα μουρμουρίζω το αγαπημένο μου σημείο του τραγουδιού. 
Ένας γαλάζιος ουρανός παράθυρο και σκέπη
να ‘χαμε τρεις δραχμές στη τσέπη και τρεις ο διπλανός

Και είναι αυτό το «και τρεις ο διπλανός» που κάνει όλη τη διαφορά.



[κιθάρα από χαρτόνι, Πικάσο]

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

χειμωνιάτικες ιστορίες

Κάπως έτσι λοιπόν έφτασε η Παρασκευή. Μια εβδομάδα έφυγε, πως πέρασαν τούτες οι μέρες ούτε το κατάλαβα.
Χειμωνιάζει. Από σήμερα αρχίζει για μένα επίσημα η χειμερινή περίοδος. Βράζω τα πρώτα κάστανα για φέτος και δεν θα περάσει καιρός μέχρι να αρχίσω να φτιάχνω το σιμιγδαλένιο χαλβά τις Κυριακές τ΄απόγευμα, κατάλοιπο μητρικής φροντίδας και οικογενειακής παράδοσης. Κυριακή απόγευμα να μυρίζει όλο το σπίτι καβουρδισμένα αμύγδαλα και κανέλλα.
Είναι που αρχίζει σιγά σιγά να κρυώνει το έξω και το μέσα γίνεται ολοένα και πιο δελεαστικό. Συντροφιά, κρασί, λίγα ξύλα να φωτίζουν τη νύχτα και κουβέντα. Κουβέντες. Φωνές χαμηλές, γελαστές και άλλοτε παθιασμένες,  έντονες. Όπως οι κουβέντες έτσι και οι φωνές. Χειμωνιάτικα βράδια, σπιτικά, σαν τις πίτες της γιαγιάς με το φύλλο αυτό το γνώριμο, το καμωμένο με αγάπη και υπομονή, να τυλίγεται και να απλώνει ξανά και ξανά μέχρι να έχει το τέλειο πάχος, τη σωστή υφή,  την οικεία γεύση.
Το καλό με όλα τούτα που συμβαίνουν είναι που αρχίζουμε σιγά σιγά να βρίσκουμε ξανά τον εαυτό μας. Ξέχασε ο Έλληνας τόσα χρόνια ποιος είναι. Έβλεπε μόνο που θέλει να πάει και λησμόνησε από πού έρχεται. Θελήσαμε τόσο πολύ να είμαστε Ευρωπαίοι που ξεχάσαμε να είμαστε Έλληνες. Λογικό όμως, κουράστηκε ο Έλληνας να παλεύει, να μάχεται. Τόσες σελίδες ιστορίας, μια μάχη κάθε μια από αυτές, ένας αγώνας. Νόμισε ότι μπορούσε πια να χαλαρώσει. Ξεχάστηκε, αφέθηκε. Και άφησε πίσω ό,τι του θύμιζε αυτά τα χρόνια, τα δύσκολα.
Εμείς οι τριάντα κάτι, έτσι μεγαλώσαμε. Έτσι μας μεγάλωσαν. Μ’αυτή τη σκέψη, τη σιγουριά. Ότι τα δύσκολα ήταν στο παρελθόν. Σημεία μιας άλλης Ελλάδας. Ψωροκώσταινας.
Είναι παράξενο αλλά είμαστε μια χώρα στην οποία όλοι οι άνθρωποι μιας γενιάς έχουμε τις ίδιες αναμνήσεις, τα ίδια βιώματα. Σαν μια μεγάλη παρέα που δεν χρειάζεται να μιλήσει κανείς, κοιτάζεσαι στα μάτια και ξέρεις ποια είναι η σκέψη πίσω απ’το βλέμμα. Τραγουδήσαμε όλοι τα ίδια τραγούδια, γελάσαμε με τα ίδια αστεία, ακούσαμε τις ίδιες ιστορίες. Μεγαλώσαμε με τη Φρουτοπία, το θέατρο της Δευτέρας και τα γουέστερν κάθε Τρίτη βράδυ. Και την πεποίθηση ότι εμείς, είμαστε τυχεροί. Και κάπως έτσι ξεχαστήκαμε. Και ξεχάσαμε.
Μέσα σ΄όλη αυτή τη παραζάλη, αρχίζουμε όμως να θυμόμαστε. Ποιοι είμαστε. Θυμόμαστε πώς να ζούμε και πώς να αγωνιζόμαστε. Να βρίσκουμε την ομορφιά στα απλά και στα λίγα.  Δεν θέλει πολλά η ζωή. Μόνο πίστη στ΄όνειρο. Και πείσμα.
Σκέφτομαι πως είμαστε ένας λαός που στη βάση του δεν ξέρει από μεγάλα σαλόνια. Ένας λαός που κατοικεί στην Οδό Ονείρων, σε μια Όμορφη πόλη και βρίσκει την ελπίδα σε μια χούφτα γιασεμιά. Ένας λαός που καίει στεφάνια στις γειτονιές, του Αι-Γιάννη και βάφει κάθε Πάσχα άσπρες τις αυλές. Που τραγουδάει κάθε του πίκρα και τραγουδώντας προχωράει. Βγαλμένος από ελληνική ταινία. Να πολεμάει σαν τον Χορν για την αγάπη, έχοντας μόνο όπλο τα νιάτα και το πείσμα του. Πείσμα περασμένο στο DNA του. Κληροδοτημένο από γενιά σε γενιά μαζί με τους άθλους του κάθε Ηρακλή.
Παρασκευή βράδυ και περνάω την πρώτη χειμωνιάτική μου νύχτα χαζεύοντας τη φωτιά και μασουλώντας κάστανα. Νιώθω κοριτσάκι, πλημμυρισμένη από αναμνήσεις περασμένων χρόνων. Είμαι χαλαρή, σχεδόν ξεκούραστη και απολαμβάνω την ησυχία της νύχτας καθώς μνήμες από μια ηλικία μακρινή έρχονται να μου κάνουν παρέα. Μασουλάω τα κάστανα και γίνομαι παιδί. Το μυαλό μου «παίζει» τραγούδια του Λοΐζου και σκηνές από οικογενειακά βράδια με ατελείωτες συζητήσεις για ασήμαντες αφορμές.
Όλο στα πίσω πάει η σκέψη τώρα τελευταία. Θα’ναι που μεγαλώνω.


Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Ο λαός στην εξουσία και άλλα παραμύθια....

Και οι μάσκες έπεσαν. Όλων όμως. Της κυβέρνησης, αντιπολίτευσης, δεξιάς, αριστεράς, κέντρου, απόκεντρου αλλά και του περήφανου λαού.
Μπροστά στην οποιαδήποτε περίπτωση,  την απειροελάχιστη πιθανότητα να πρέπει να πάρει κανείς κάποια ευθύνη, να δεσμευτεί, να γίνει κύριος του εαυτού του, όλοι λάκισαν. Όλοι όμως.
Δεν εξετάζω αν έπρεπε ή όχι να γίνει δημοψήφισμα, ούτε τα κίνητρα πίσω από αυτό. Είναι πλέον οδυνηρά φανερό ότι τα κίνητρα οποιασδήποτε πολιτικής πρωτοβουλίας απ’όπου κι’αν προέρχεται δεν είναι για το καλό αυτού του τόπου. Αυτό όμως που μου κάνει εντύπωση είναι ο τρόμος μπροστά στην λέξη δημοψήφισμα. Και καλά τα κόμματα. Έχει πια αποκαλυφτεί πόσο κούφια είναι, αλλά ο λαός? Να σου ζητάνε να αποφασίσεις και να λες, δεν ξέρω, δεν είδα, δεν απαντώ? Πόσο λογικό είναι αυτό?
Και δεν έχει σημασία πόσο εκβιαστικό θα ήταν το ερώτημα. Η κατάσταση η ίδια είναι εκβιαστική. Οι επιλογές όλες επίπονες. Αν όμως θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι και όχι ζώα, αν θέλουμε να ζούμε σε Δημοκρατία πρέπει να μπορούμε να παίρνουμε αποφάσεις. Και να πληρώνουμε το τίμημά τους.
Κατά τ’άλλα είμαστε ο περήφανος λαός που γέννησε τη Δημοκρατία. Αλίμονο, όμως δεν την ξέρουμε. Δεν τη γνωρίζουμε, τη γεννήσαμε αλλά μετά τη δώσαμε για υιοθεσία, νιώθουμε αμηχανία μπροστά της και δεν ξέρουμε πώς να τη χειριστούμε. Η επανάσταση αναλώθηκε σε μούντζες και γιαούρτια. Μέχρι εκεί όμως. Η επανάσταση του αυγού και της σάπιας ντομάτας. Δεν πειράζει όμως, έχουμε κι’αλλα πράγματα για να νιώθουμε περήφανοι.
Ειμάστε περήφανοι που μόνο εδώ δεν εφαρμόζεται κανένας νόμος. Είμαστε περήφανοι για τις μαϊμού συντάξεις, για τις αναπηρικές που δεν δικαιούμαστε, για τις αποδείξεις που δεν παίρνουμε, για το αυθαίρετο εξοχικό «Δυο βήματα Θανάση μου από τη θάλασσα, βγαίνω απ’την αυλή μου και κάνω βουτιά, τόσο δίπλα λέμε!»
Είμαστε περήφανοι που δεν έχουμε καμία κουλτούρα, καμιά παιδεία, κανένα σεβασμό στους δίπλα μας. Παρκάρουμε στις ράμπες αναπήρων αλλά δε γαμιέται, μήπως θα κόψει κλήση κανείς? Με περηφάνια και καυχησιά ήμασταν όλοι σίγουροι ότι ο αντικαπνιστικός νόμος θα μείνει στα χαρτιά όπως και έγινε. Το «είναι Ελλάδα εδώ, αποκλείεται να ισχύσει ο νόμος», ήταν το μεγαλύτερο καρφί που μπήκε στο φέρετρό μας.
Και στην πραγματικότητα δεν μας ενοχλεί τίποτα από όλα αυτά. Αν μας έλέγαν ότι με ένα μαγικό τρόπο δεν χρωστάμε τίποτα και μπορούμε να γυρίσουμε στην προηγούμενη ζωή μας, πόσα αλήθεια θα άλλαζαν?
Και όχι δεν πιστεύω ότι μαζί τα φάγαμε. Σίγουρα δεν φέρουμε όλοι την ίδια ευθύνη. Αθώοι όμως δεν είμαστε. Ο καθένας φέρει το κομμάτι της ευθύνης που του αναλογεί. Αυτό που πονάει είναι ότι δεν πληρώνουμε ανάλογα. Φταίμε λιγότερο και πληρώνουμε πολύ, τη στιγμή που άλλοι με σαφώς μεγαλύτερες ευθύνες ακόμα και αυτή την ώρα που γράφω παίζουν παιχνιδάκια στις πλάτες μας.

Το χειρότερο απ’όλα, αυτό για το οποίο φέρουμε και τη μεγαλύτερη ευθύνη, είναι ότι όλοι αυτοί είναι δικές μας επιλογές. Σύσσωμο το ελληνικό κοινοβούλιο της πλάκας, υπάρχει γιατί εμείς του το επιτρέψαμε. Βγήκε με τη δική μας βούληση, με τη δική μας επιπόλαια στάση απέναντι στην πολιτική και τη χώρα, με τη δική μας ανοχή. Ανοχή, συνενοχή.   
Στο έγκλημα λοιπόν που συντελέστηκε στη χώρα, και που εξακολουθεί να συντελείται είμαστε όλοι συνένοχοι. Αυτό φάνηκε για άλλη μια φορά από την σιωπή μας μπροστά στη ευθύνη, μπροστά στην πράξη, μπροστά στη δημοκρατία. Η σιωπή καθιστά συνενοχή. Και γι’αυτό το έγκλημα θα πληρώσουμε όλοι. Δυστυχώς δυσανάλογα.
Ας προσέχαμε όμως ή έστω ας προσέξουμε από εδώ και μπρος. Άλλωστε όπως λένε και οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι : If you cant do the time, dont do the crime.


  (Μια μικρή παρένθεση για λόγους εκτόνωσης. Από αύριο ξαναγυρνάω στα γνωστά μου.)    


Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

choosing my way up...

Σκέφτομαι λοιπόν πως δεν μπορώ άλλο. Έχω βαρεθεί να ακούω και να μιλάω για το χρέος, το κούρεμα, τη Μέρκελ, τους άχρηστους πολιτικούς και την χρεοκοπία που βρίσκεται προ των πυλών. Και εκείνη τη στιγμή που το σκέφτομαι αυτό, εκείνη την ίδια στιγμή που λέω πως δεν μπορώ να μιλάω άλλο για την κατάσταση στη χώρα, αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό.???  Απλά δεν είναι. Όσα τραγουδάκια κι’αν πούμε, όσα γλυκά λογάκια για την ζωή και τον κόσμο κι’αν γράψουμε, υπάρχει κάτι πιο δυνατό, πιο ορμητικό που μας χτυπάει με φόρα στο πρόσωπο. Η πραγματικότητα.
Όσο κι’αν της γυρίσουμε την πλάτη, κι’αν προσπαθήσουμε να την αγνοήσουμε, η πραγματικότητα είναι αυτή που είναι και δεν αλλάζει. Είναι αλήθεια πως νοσταλγώ πολύ εκείνες τις μέρες που ήρεμη και χαρούμενη έγραφα αισιόδοξα ποστάκια για τη ζωή, για τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους, για την ομορφιά του κόσμου, την ανυπέρβλητη αυτή ομορφιά που ώρες ώρες νομίζεις πως δεν χωράει μέσα σου, θα εκραγεί η ψυχή σου από δαύτη. Έγραφα λοιπόν τα ποστάκια μου -θυμάσαι?- και μετά γλύκαινε η ψυχή μου και γίνονταν καλύτερα τα όνειρά μου.
Πάντα στη ζωή μου, ό,τι μαλακία και να συνέβαινε είχα μέσα μου μια πίστη, μια ακλόνητη πίστη ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Λες και η ζωή είναι ταινία και στο τέλος ξέρεις πως θα νικήσουν οι καλοί. Και ναι, δεν είμαι πέντε, το ξέρω καλά, ΔΕΝ κερδίζουν πάντα οι καλοί. Και τα πράγματα δεν εξελίσσονται  καλά για πάρα πολλούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Και ναι,  ο κόσμος είναι κακός και άδικος και υπάρχει περισσότερη ασχήμια στον άνθρωπο απ’ότι μπορεί να φανταστεί κανείς. Παρόλα αυτά όμως εγώ, -άγνωστο γιατί- (αστοχία υλικού? Ποιος ξέρει?) είχα μέσα μου αυτή την ακλόνητη πίστη. Μπορούσα πάντα να ελπίζω, να βρίσκω φως μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, να προχωράω τέλος πάντων μπροστά. Ακόμη και σήμερα εξακολουθώ να έχω βαθιά μέσα μου αυτή την πίστη ότι όλα θα πάνε στο τέλος καλά. Καλά, δεδομένων των συνθηκών πάντα. Καλύτερα έστω απ’όσο πιστεύουμε, απ’ό,τι μας λένε. Είναι όμως η πρώτη φορά που δεν ξέρω αν πρόκειται πράγματι για πίστη ή απλά για άρνηση.
Αυτό που χρειάζομαι αυτή τη στιγμή είναι ένα τέλος. Μια τελεία. Να δω τον πάτο του βαρελιού, όποιος κι’αν είναι αυτός. Τίποτα δεν είναι τόσο ψυχοφθόρο όσο η αγωνία για το πού θα κάτσει η μπάλα. Θέλω ένα πάτο και τον θέλω τώρα. Να γίνει ο πάτος πάτωμα, να αρχίσω από εκεί τα βήματά μου. Να περπατήσω πάνω του και να προχωρήσω. Να γίνει εφαλτήριο για να πηδήξω ξανά ψηλά.
Και σκέφτομαι ότι η πίστη στην πραγματικότητα ίσως να είναι απλά αυτό. Άρνηση να δεχτείς αυτό που βλέπουν οι περισσότεροι. Άρνηση να δεχτείς μια μοίρα που άλλοι σχεδίασαν για σένα. Άρνηση να γίνεις η σκιά του εαυτού σου.
Έτσι απλά επιλέγω την άρνηση. Πιστεύω. Αρνούμαι.


Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

έχε το νου σου... βραδιάζει

Κρατώντας τον μπέμπη αγκαλιά και προσπαθώντας να τον κοιμήσω πριν ξυπνήσει η μικρή και κάθε μου ελπίδα για λίγη ώρα ησυχίας, πάει χαμένη, άρχισα να τραγουδάω μερικά από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Παλιά, όταν κοίμιζα την μικρή, περνούσα τη φάση Χατζιδάκις. Δώστου Χάρτινο το φεγγαράκι και Οδός ονείρων. Δέκα φορές τη μέρα μπορεί και παραπάνω… Φυσικά οι λόγοι μου ήταν καθαρά εγωιστικοί. Αφενός ήθελα το παιδί να αγαπήσει τη μουσική που και εγώ αγαπώ –ως γνωστόν, από την πλύση εγκεφάλου δεν γλύτωσε ποτέ κανείς- και απ’την άλλη πόσες φορές μπορείς να πεις το Βγαίνει η βαρκούλα, βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά…  και το Ένα και ένα κάνουν δύο, δύο παιδάκια πάνε στο σχολείο? πριν πηδήξεις από το παράθυρο??? Τώρα με το μπέμπη έχω αλλάξει ρεπερτόριο. Περνάω τη φάση Σιδηρόπουλος. Και μπορεί να λέω και κανένα Αχ κουνελάκι, κουνελάκι, ξύλο που θα το φας… αλλά συνήθως ο μικρός κοιμάται παρέα με τα τραγούδια του Παύλου.
Σε μια από αυτές τις φάσεις που κρατούσα το μωρό στα χέρια μου και σιγοτραγουδούσα «Όταν, κάποιο βράδυ, θα σε ξυπνήσει απότομα η κραυγή σου, και τρέξεις στη μαμά σου να το πεις και κείνη τρομαγμένη, μες το ψυγείο κλείσει τη φωνή σου, μα θα’ναι αργά, μεσάνυχτα και θα’χεις κουραστεί…» ένιωσα λίγο φορτισμένη συναισθηματικά, πράγμα καθόλου περίεργο και δύσκολο. Θες λίγο ο εγκλεισμός, θες που όσο να’ναι όταν είσαι διαρκώς παρέα με ένα μωρό και ένα τρίχρονο και οι περισσότερες συζητήσεις σου εξαντλούνται στα αγκού αγκού και στα…  ήτανε μια φορά και ένα καιρό…. δεν μπορεί, θα χαζέψεις, ψέματα να λέμε τώρα? Φορτισμένη λοιπόν καθώς ήμουν, κοιτάζω την Εργίνα και της λέω με συγκίνηση στα μάτια… «Μωρό μου, θέλω να σου πω κάτι. Σου υπόσχομαι πως ποτέ μα ποτέ δεν πρόκειται μες το ψυγείο να κλείσω τη φωνή σου.»
Με κοίταξε στα μάτια σοβαρά, με κάρφωσε σχεδόν με το βλέμμα της και με αυτή την άπειρη, ολοκληρωτική, βαθιά κατανόηση που μόνο τα παιδιά μπορούν να δείξουν μπροστά σε οποιαδήποτε τρέλα, μου απάντησε… «Σ’ευχαριστώ μαμά.» Και συνέχισε το παιχνίδι της.
 [Κάπου εκεί χαλάρωσα. Θες το σοβαρό της ύφος, θες το γεγονός ότι τη φαντάστηκα να σκέφτεται κάτι τύπου «Τι να της πεις τώρα της τρελής? Άσε, θα της δώσω ένα φιλί και ελπίζω να της περάσει!», γέλασα και αποφορτίστηκα….]
Τις προάλλες σκεφτόμουν πως είναι τελικά μεγάλη παγίδα τα τραγούδια. Έχουν δυνάμεις ύπουλες. Ακόμη κι’όταν ασυναίσθητα σιγομουρμουρίζεις ένα σκοπό, ακόμη κι’αν απλά ψελλίζεις στίχους αφηρημένα, τα τραγούδια, εκείνα που ξέρουν να μιλάνε, δρουν υπογείως. Διαπερνούν το οποιοδήποτε κάλυμμα έχεις ρίξει πάνω σου και βρίσκουν πάντα στόχο. Άτιμο πράγμα τα τραγούδια. Βρίσκουν πάντα στόχο. Ακόμη και για θέματα που δεν γνωρίζεις ότι κουβαλάς. Σε κάνουν να σκέφτεσαι πράγματα που δεν θες, που προσπαθείς να στριμώξεις σε καμιά σκοτεινή ντουλάπα, γιατί πολύ απλά δεν μπορείς, δεν ξέρεις πώς να τα αντιμετωπίσεις.
Και είναι και αυτά τα ήσυχα, οικογενειακά βράδια, που ο Σ. είναι στο γραφείο και διαβάζει, η μικρή έχει πιει το γάλα της και έχει κοιμηθεί και εγώ κρατάω το μπέμπη αγκαλιά και τραγουδάω. Τραγουδάω και κλαίω. Οι λέξεις βγαίνουν αργά, συλλαβιστά, τα μάτια υγραίνονται έτσι όπως νοτίζουν τα φύλλα κάτι βράδια του φθινοπώρου. Υγραίνεται πρώτα το μέσα, ποτίζει  η ψυχή και φουσκώνει, ανεπαίσθητα στην αρχή και με βήματα μικρά σαν του μωρού, έτσι ώστε όταν το νερό φτάνει στα μάτια και τρέχει ελεύθερο στα μάγουλα να είναι ο ερχομός του κάτι προσδόκιμο, κάτι αναμενόμενο, κάτι τόσο φυσικό που να περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Ούτε ο μπέμπης ξαφνιάζεται. Χωμένος εκεί μέσα στην αγκαλιά μου γνωρίζει την τρικυμία περισσότερο κι’από μένα, είναι πιο κοντά στο κέντρο της, νανουρίζεται με τα κύματά της και κουρνιάζει ακόμη πιο βαθιά στην μόνη πατρίδα που ξέρει. Αλήθεια, ποια η φυσική θέση ενός μωρού, ποια η πατρίδα του, αν όχι η αγκαλιά της μάνας του? 
«Κάποτε θα’ρθουν γνωστικοί, λογάδες και γραμματικοί, για να σε πείσουν –ήρθαν, έχουν περάσει όλοι αυτοί, άφησαν χαλάσματα στο πέρασμά τους.-    
Έχε το νου σου στο παιδί, κλείσε την πόρτα με κλειδί, θα σε πουλήσουν. –με πούλησαν, μας πούλησαν, πούλησαν το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον.-
Και όταν θα’ρθουν οι καιροί, που θα’χει σβήσει το κερί, στην καταιγίδα –εδώ είναι, έφτασαν. Νιώθω την καταιγίδα να χτυπάει τα παράθυρά μου και η φλόγα απ’το κερί του κόσμου τρεμοπαίζει.-
Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλυτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα. –πώς? Κάποτε νόμιζα πως η αγάπη ήταν αρκετή.- 
Το μωρό κοιμάται και εγώ τραγουδώ. Μ’αρέσει που τραγουδάω με το μωρό στα χέρια. Μ’αρέσει που μπορώ και κλαίω. Κοιτάω το γαλήνιο πρόσωπο. Τον αφήνω μαλακά στη κούνια. Μπαίνω στο παιδικό και κοιτάω την Εργίνα. Είναι ξεσκέπαστη και έχει τη Μίνι αγκαλιά. Τη σκεπάζω και τη σταυρώνω, όπως έκανε και σε μένα η μαμά μου. Είπαμε, από την πλύση εγκεφάλου δεν γλύτωσε ποτέ κανείς. Κοιτάω γύρω γύρω το δωμάτιο. Βλέπω τις κούκλες και τα αρκουδάκια, τα little people να καμαρώνουν στα ράφια, τα βιβλία της με παραμύθια, τόσα παραμύθια να σπέρνουν σπόρο ονείρου στην ψυχούλα της. Θέλω παραμύθια, πολλά παραμύθια για τα παιδιά μου. Θέλω να μάθουν να μη φοβούνται το δράκο, αλλά να ξέρουν ότι είναι κάπου εκεί. Θέλω ιστορίες για μάγισσες και μήλα δαγκωμένα, θέλω πίστη στο καλό και τη δύναμή του. Σε πρίγκιπες και ξωτικά, σε νεράϊδες και μαγικά φασόλια που μπορούν να σε πάνε ψηλά, πολύ ψηλά, πάνω από τα σύννεφα της κάθε μέρας.  
Γέρνω την πόρτα και συνεχίζω να σιγοτραγουδώ τον ίδιο σκοπό. Τον ίδιο σκοπό, αλλιώτικα.
Κάποτε θα’ρθουν γνωστικοί, λογάδες και γραμματικοί, για να σε πείσουν –ήρθαν, μα ανάθεμα αν τους αφήσω να ξανάρθουν.-   
 Έχε το νου σου στο παιδί, κλείσε την πόρτα με κλειδί, θα σε πουλήσουν. –με πούλησαν, μας πούλησαν, πούλησαν το παρελθόν, το παρόν. Όχι το μέλλον, ποτέ το μέλλον.-
Και όταν θα’ρθουν οι καιροί, που θα’χει σβήσει το κερί, στην καταιγίδα –εδώ είναι, έφτασαν. Νιώθω την καταιγίδα να χτυπάει τα παράθυρά μου και η φλόγα απ’το κερί του κόσμου τρεμοπαίζει. Μα δεν θα το αφήσω να σβήσει. Θα ματώσω για να μην σβήσει.-
Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλυτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.  –Ίσως, ίσως τελικά η αγάπη να είναι αρκετή.-

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Αυτόχειρες σταγόνες σε ρόλο ηδονοβλεψία...

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007.                                                                    11:58μμ  

Περιμένω τη βροχή. Εδώ και μέρες ό,τι και αν κάνω νιώθω πως στο βάθος πραγματικά κάνω μόνο αυτό. Περιμένω τη βροχή. Η ζέστη αυτή με πνίγει, με κουράζει. Είναι που μέσα της αισθάνομαι τον χρόνο να μένει ακίνητος, σε στάση προσοχής. Περιμένω την εναλλαγή, το φευγιό μιας εποχής, την άφιξη μιας άλλης. Θελω να σπρώξω τον χρόνο, όχι πολύ, ένα απαλό σκούντηγμα να του δώσω, μια ώθηση να ξεκολλήσει. Να νιώσω τον αέρα να ψυχραίνει απλώνοντας ένα απαλό ρίγος στο δέρμα μου...

Περιμένω τη βροχή. Την περιμένω με λαχτάρα, με ανυπομονησία, ώρες ώρες σχεδόν με απελπισία. Με απελπισία? Κοιτάω ξανά τη λέξη. Που κολλάει τώρα αυτό? Δεν ξέρω, μα θα τα'αφήσω έτσι, για κάποιο λόγο γράφονται όλα.

Η αλήθεια είναι πως λέω ψέματα. Στην πραγματικότητα τη βροχή δεν τη μπορώ, τη σιχαίνομαι. Απεχθάνομαι τις μικρές σταγόνες που κρέμονται από τα μαλλιά μου. Τα ψίχουλα νερού που κυλάνε πάνω στο πρόσωπό μου με τρελαίνουν, δεν τα αντέχω. Απεχθάνομαι το δειλό της άγγιγμα, τη μιζέρια που κρύβει κάθε σιγανή ψιχάλα, το αποτύπωμα που αφήνει έστω για ένα δευτερόλεπτο πάνω μου. Απλά τη σιχαίνομαι. Έτσι η αλήθεια είναι ότι δεν περιμένω τη βροχή. Όχι μια οποιαδήποτε βροχή τουλάχιστον. Περιμένω μια καταιγίδα, ένα χαλασμό. Περιμένω αυθάδεις σταγόνες, ενωμένες κατά κύματα σ'ένα αυτοσχέδιο γιουρούσι. Να δω ποτάμια στους δρόμους και αυλακωμένα απ'το νερό μάγουλα. Θέλω ν'αγριεψουν οι ουρανοί, να ανοίξουν διάπλατα για να στείλουν μια καταιγίδα,- γέφυρα - με την επιθυμία μας να νιώσουμε την ίδια μας την ύπαρξη. Αν είναι να βραχώ, θέλω να βραχώ μέχρι μέσα, να νιώσω τη βροχή να διαπερνά το σώμα μου, να γεμίζει το μυαλό μου. Προσμένω την ταραχή, την τρικυμία που ξέρει να συναρμολογεί ξανά τα πάντα. Και ίσως η τρικυμία εκεί έξω να γαληνέψει την τρικυμία εδώ μέσα ή έστω να ανασύρει την αιτία της...

Θέλω να κάνουμε έρωτα την ώρα που η καταιγίδα λεηλατεί τα παράθυρά μας. Να μείνουμε αιώνιοι στα μάτια κάθε σταγόνας που θα πεθάνει κοιτάζοντάς μας.
Αυτόχειρες σταγόνες σε ρόλο ηδονοβλεψία...

Θέλω να κοιμηθώ ακούγοντας την ακανόνιστη ανάσα του νερού στις γύρω στέγες... Να δω όνειρα γεμάτα βρόχινες υποσχέσεις.

Οι σκέψεις μου μπερδεύονται και κάποιες στιγμές δεν μπορώ να τις ακολουθήσω. Πριν προλάβω να τις αποτυπώσω στο χαρτί, (χαρτί? πως μου'ρθε τώρα αυτό?) έχουν προχωρήσει σε άλλη κατεύθυνση. Παίζουμε ένα κυνηγητό εγώ και αυτές. Κάποιες χάνονται για πάντα σ'αυτό το παιχνίδι. Πετάνε και μπλέκονται ανάμεσα σ'αυτά που θέλω να γράψω, σε στίχους από τραγούδια της βροχής και συνομιλίες που έλαβαν χώρα κάπου, κάποτε. Συνομιλίες και τραγούδια, φράσεις και στίχοι που άλλαξαν κάτι ή απολύτως τίποτα. Ένα κουβάρι... Η ανάγκη μου να μπλέκεται με το παράπονο της Πρωτοψάλτη « Που αγόρασα καινούρια καμπαρντίνα και μια βροχή δεν έβρεξε ο Θεός...»  Δυο γυναίκες να ζητούν τη βροχή η κάθε μία για τους δικούς της λόγους. Πλάκα δεν έχει?

Περιμένω μια βροχή, μια καταιγίδα να'ρθει να με δροσίσει....

Το έγραψα πριν τέσσερα χρόνια. Τι περίεργο, ακόμη κάποιες στιγμές, ακόμη νιώθω έτσι.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

It's only me

19.5.2007 | 03:08

Μ'αρέσουν οι μέρες με φως. Με χρώμα. Με μουσικές.

Μ'αρέσουν οι άνθρωποι με φως. Στα μάτια τους. Τα μάτια λένε -και το πιστεύω- είναι καθρέφτες της ψυχής. Αν έχεις στα μάτια σου φως, έχεις και στην ψυχή σου. Φωτίζεις εσένα και τους γύρω σου. Στέλνεις τη θέρμη σου και τους αγκαλιάζεις και είναι τότε λιγότερο μόνοι. 

Δεν μπορώ να υποφέρω τη σκέψη ενός ανθρώπου πραγματικά μόνου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν το αντέχω. Ίσως γιατί, πραγματικά μόνη, δεν ένιωσα ποτέ. Και η μοναξιά με τρομάζει. Υπήρξα τυχερή, πάντα είχα δίπλα μου ανθρώπους που μ'αγαπούσαν και μ'αγαπάνε πολύ. Και μου το δείχνουν. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Όχι μόνο να σε αγαπάνε αλλά και να στο δείχνουν. Δεν ξέρω γιατί οι άνθρωποι δυσκολεύονται να φανερώσουν όσα αισθάνονται. Γιατί δεν χαρίζουν απλόχερα όσα έχουν μέσα τους. Ποτέ δεν έχω μετανιώσει για ότι έδωσα στη ζωή μου. Ακόμη και όταν δεν πηρα τίποτα από τους άλλους. Πήρα από μένα. Γιατί με ένα περίεργο τρόπο όσα βγάζεις από μέσα σου, δεν καταφέρνουν ποτέ να σε αδειάσουν. Σου χαρίζουν μια πληρότητα απίστευτη και μια θέρμη που και τις πιο δύσκολες ώρες φωτίζει την ψυχή σου, μέχρι το φως να φτάσει στα μάτια σου. Και από εκεί να ταξιδέψει παντού. Δεν είμαστε παρά όσο φως κουβαλάμε μέσα μας.

Μ'αρέσουν οι μέρες με χρώματα. Μου δίνουν την ενέργειά τους και την έχω φυλαγμένη μέσα μου για τις ώρες τις άλλες, τις γκρίζες. Ότι ζω, το βιώνω. Ότι εισπράττω από γύρω μου, το καταθέτω το βράδυ στα όνειρά μου. Τα όνειρά μου έχουν χρώματα και μουσικές. Όταν οι μέρες είναι όμορφες, τα χρώματα είναι μαγευτικά και οι μουσικές γαληνεύουν την ψυχή μου. Στην αντίθετη περίπτωση, τα χρώματά τους με τρομάζουν και τις μουσικές δεν τις αντέχω. Γι'αυτό αναζητώ την ομορφιά, και όχι γιατί προτιμώ να ζω σε γυάλινο κόσμο. Πιστεύω στην καλοσύνη των ανθρώπων. Πιστεύω και στην κακία τους. Τα έχω γνωρίσει και τα δυο. Ποντάρω όμως πάντα τα λεφτά μου στο πρώτο. Και σε στοίχημα δεν έχω χάσει ποτέ.

Μ'αρέσουν οι άνθρωποι που τραγουδάνε. Που έχουν μέσα τους νότες και στίχους από "τραγούδια για το τίποτα γραμμένα". Η φίλη μου η Α. λέει, καλύτερα παράφωνος παρά βουβός και άφωνος και το πιστεύω και γω. Έτσι όταν βρισκόμαστε, ενώνουμε τις φωνές μας και τραγουδάμε για όσα μας πληγώνουν, για όσα λαχταράμε. Αγαπώ τους ανθρώπους που αγαπούν τη μουσική. Τι θα'ταν η ζωή μας χωρίς αυτή? 

Το μόνο πράγμα που με φοβίζει, είναι ο θάνατος. Αν μου έλεγε όμως κάποιος πως "εκεί" κάποια στιγμή θα συναντούσα το Σ. και την οικογένειά μου, δεν θα με φόβιζε ούτε κι'αυτός. 

Γεννήθηκα πριν τριανταένα χρόνια, μέσα στο χειμώνα, Φλεβάρη μήνα, μα στην καρδιά μου έχω το καλοκαίρι. Γεννήθηκα πριν τριανταένα χρόνια, αλλά κάθε μέρα γεννιέμαι ξανά. Παιδεύομαι μα συνεχίζω, πέφτω και σηκώνομαι ξανά. Δέχομαι τις ήττες και τις αποτυχίες μου, είναι κομμάτι μου πια. Είμαι ένα καραγκιοζάκι και όσα γράφω στο προφίλ μου είναι αληθινά. Πιστεύω σ'αυτά που έχω μέσα μου και δεν φοβάμαι να εκτεθώ. Κάνω λάθη πολλά, το ξέρω, μα προσπαθώ να παίρνω ό,τι καλύτερο έχω και αυτό να δίνω στους άλλους. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να κοροϊδέψω τον εαυτό μου γι'αυτό δεν προσπαθώ πια. Γνωρίζω όλες μου τις αδυναμίες και παλεύω μ'αυτές. Παλεύω με τους δαίμονές μου, άλλοτε χάνω, άλλοτε κερδίζω. Στο τέλος θα κάνω και το λογαριασμό.

Καληνύχτα και όνειρα γλυκά.


Το post μεταφέρθηκε αντί άλλων συστάσεων από το παλιό μου Blog.