Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

μισό (Ι)

Οι στιγμές αυτές, οι στιγμές που καθόταν στο γραφείο του, -κούπα δίπλα του με καφέ σκέτο- οι στιγμές που χάνονταν οι σκέψεις του μπροστά στην οθόνη ενός λαπτοπ, χάνονταν περιπλανώμενες μόνο για να επιστρέψουν πάλι, να επιστρέψουν πιο δυνατές, πιο καθαρές, συγκροτημένες, να αποκτήσει το βίωμα λόγο και το ένστικτο φωνή, να βρεθούν οι λέξεις, να πάρουν σειρά, να γραφτούν σ’ένα ατελείωτο χαρτί, να γραφτούν, να μείνουν- οι στιγμές αυτές ήταν οι καλύτερές του.   
Του άρεσε να γράφει τις ιστορίες του παρέα με ιστορίες άλλων, να κρύβει και να αποκαλύπτει, ένα ατελείωτο κρυφτό πίσω από λέξεις, παραγράφους και σημεία στίξης που λέγαν τόσα πολλά ή μπορεί και τίποτα, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής και τη μέρα. Στην αρχή της εβδομάδας ξεκινούσε με ενθουσιασμό. Έβγαζε από μέσα του όλο εκείνο το πάθος, την αισιοδοξία και το πείσμα που τον χαρακτήριζε απ’τα μικράτατά του, από τότε που όρθωνε ανάστημα –ύφος ακέραιης βεβαιότητας, στάση πολεμική παρά τις ιδρωμένες παλάμες και το καρδιοχτύπι- έτοιμος να πει χίλια ναι, χίλια όχι.
Προς τη μέση, ένιωθε να αλλάζει κάτι. Όχι, δεν ήταν η βεβαιότητα που τον εγκατέλειπε, ούτε το πείσμα, αλλά να, ο ενθουσιασμός του σαν να θάμπωνε λιγάκι, έτσι όπως θαμπώνουν τα μάτια απ’το φως της μέρας που πέφτει ξαφνικά στο πρόσωπο. Κοιτούσε γύρω του και δεν ήξερε τι ήταν αυτό που άξιζε την πίστη του. Άφηνε το βλέμμα στα λερωμένα πεζοδρόμια, τους αδιάφορους περαστικούς, τα δέντρα της διπλανής αυλής και δεν ήξερε πώς να γεμίσει την κιβωτό του. Με τι. Με ποιον. Και γιατί.
Προς το τέλος της βδομάδας, όλες του οι λέξεις ακούγονταν ξένες. Βέβαιες μα αυστηρές. Έλειπε το χάδι τους και αυτό το κάτι που γλυκαίνει τα μέσα σαν κάτι καραμέλες που διαφήμιζαν παλιά. Ανακατεύονταν τα ναι του και τα όχι, χίλια κομμάτια οι προτάσεις, θυμωμένες οι τελείες, μοναχικές. Ακόμη και τότε όμως, δεν σκέφτηκε ποτέ να σταματήσει να γράφει. Ούτε μια στιγμή δεν πέρασε η παραίτηση απ’το μυαλό του, όσο είχε το μυαλό του θα’ταν γεμάτο λέξεις που ζητούσαν να γραφτούν, να μείνουν. Κι’αυτός εκεί. Αφεντικό και υπηρέτης τους. Δάσκαλος και μαθητής. Μα πάνω απ’όλα φίλος.
Και κάπως έτσι συνέχιζαν οι κύκλοι του. Οι εβδομάδες. Οι μέρες. Γιατί κάπου εκεί, ανάμεσα στο τέλος της εβδομάδας και στην αρχή της επόμενης, όλο και κάποιος περαστικός θα έριχνε το βλέμμα πάνω του. Μέσα στη ματιά του. Και μια στις τόσες αυτό το βλέμμα κάτι θα έλεγε. Κάποια ιστορία θα είχε να διηγηθεί. Και όλο και κάποιο χαμόγελο θα έσκαγε στα μούτρα του. Και θα φωτίζονταν ξανά το πρόσωπό του και το πείσμα του. Και θα ήξερε το γιατί και θα υποπτευόταν τα υπόλοιπα.
Θα ξημέρωνε Δευτέρα και αυτός θα ήταν πάλι εκεί.       




φωτογραφία Sally Mann

5 σχόλια:

meril είπε...

μπα.... δεν θέλω να κάνω σχόλιο επί της ουσίας....
ευχαριστημένη είμαι που επιτέλους φάνηκε η λέξη επιβεβαίωσης
και θέλω ν' αφήσω την καλημέρα μου
(ίσως ξαναπεράσω)

Eva Psarrou είπε...

Τι όμορφο! Αποτυπώνεις υπέροχα τις αγωνίες του συγγραφέα που αναζητά έναν λόγο έμπνευσης, ακόμα και στα πιο ταπεινά και αθόρυβα. Αρκεί να το εντοπίσει και να το πιάσει.. Και η ασχήμια όμως, και η αδικία και τα κακώς κείμενα, δεν είναι κι αυτά πηγή έμπνευσης; Απλώς τα μονοπάτια τους είναι λιγότερο φωτεινά, ίσως και γι' αυτό και πιο ενδιαφέροντα; Γιατί όχι...

karagiozaki είπε...

καλημέρα meril! να περάσεις, να περνάς :)

@ευα, ναι όλα μπορεί να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης. Θες όμως και κάτι να σε κρατάει που και που. Ένα λόγο να συνεχίζεις. Να σε γεμίζει με ενθουσιασμό και πίστη. Ο ήρωάς μου ευτυχώς τα καταφέρνει καλά σε αυτό! Γι'αυτό για μένα τουλάχιστον είναι σπουδαίος! φιλιά!

Το Φαουδι είπε...

Εύχομαι ο ήρωας σου να έχει πάντα βλέμματα να φωτίζουν το πείσμα του!

karagiozaki είπε...

μαζί σου φαούδι! υψώνω το ποτήρι μου και πίνω σ'αυτό!

καλό σου βράδυ!