Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

έξι - έξι

Τις νύχτες μετά βίας πια έσερνε τα βήματά του. Δέκα η ώρα και ένιωθε να κουβαλάει πάνω του το βάρος όλου του κόσμου. Γόνατα, μέση, ακόμα και αστράγαλοι έμοιαζαν να διαμαρτύρονται μπροστά σε κάθε μικρή κίνηση.  Λαχταρούσε το κρεβάτι του, να ξαπλώσει, να ξεφορτώσει το βάρος, το πρωί ξανά, δεν θα χαλάσει και ο κόσμος βρε αδερφέ, λίγες ώρες μόνο, να, λίγες ώρες. Από τη μέση και κάτω διαλυμένος και οι μέρες του από τη μέση και κάτω διαλυμένες και αυτές, ποιο σούρουπο, ποιο βράδυ, δώδεκα ώρες η ζωή του, έξι-έξι, μετά κενό, αναμονή και βήματα που σέρνονται τριγύρω. Οι γιατροί είχαν πια σηκώσει τα χέρια. Τέτοια κούραση, τόσο βάρος, απορούσαν, συζητώντας χαμηλόφωνα μεταξύ τους, μα αυτός εκεί, να ζει τους κύκλους του, έξι- έξι, αναμονή, ξεκούραση. Φυσικά δεν ήταν μόνο το βάρος, ήταν και οι άνθρωποι, έστω, κάποιοι άνθρωποι, αυτοί που τον κούραζαν πιο πολύ. Γι’αυτούς όμως, τώρα τελευταία είχε βρει λύση. Φαντάζονταν πως δεν υπάρχουν. Πως είναι μόνο φιγούρες που ανοιγοκλείνουν μπροστά του το στόμα, επιδεικνύοντας ούλα και δόντια και μικρές σουβλερές γλώσσες. Κοιτούσε απλά, με ένα ήσυχο χαμόγελο, σημαδεύοντας κάποιο σημείο πίσω τους, εκεί ακριβώς που υπολόγιζε πως θα έπεφτε η σκιά τους αν ο ήλιος τύφλωνε τα μάτια τους. Χαμογελούσε κοιτώντας τη σκιά τους, ήταν ήρεμος, χαμογελούσε, έξι- έξι, αναμονή, ξεκούραση. Όλα εντάξει.    





3 σχόλια:

meril είπε...

μου αρέσει ο τρόπος που γράφεις
και το σημερινό κείμενα

καλημέρα

Λιακάδα ☼ είπε...

Πολύ όμορφο κείμενο...
Καλημέρα!

karagiozaki είπε...

κορίτσια ευχαριστώ πολύ :)
καληνύχτα πια.