Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

και η ζωή μικρό νησί


Θα’θελα που λες να μπορούσα να έγραφα τραγούδια. Να έβαζα τις λέξεις στη σειρά και να έλεγα δυο κουβέντες ανθρώπινες, για τα γνωστά, τα καθημερινά, μη νομίζεις, τίποτα στ’αλήθεια σπουδαίο, λέξεις στη σειρά και νότες να μιλούν για τη μέρα και τη νύχτα και τη γραμμή που τις ενώνει, για λίγες στιγμές που μπορεί ν’αξίζουν τον κόπο να τις κρατήσεις, έτσι για να’χεις να θυμάσαι στα γεράματα πως υπήρξες άνθρωπος και συ και έζησες και δέκα ανατολές με μάτια τσακισμένα απ’το ποτό και σώμα να τρέμει απ’την αυπνία.

Μερικές φορές ο χρόνος που περνάει με τρομάζει. Θα’θελα να μπορούσα κάτι τέτοιες ώρες, να έβγαζα κόλλα λευκή και να ξεκινούσα απ’την αρχή με εκείνα τα μολύβια τα faber -που αγαπάει τόσο ο πατέρας μου και τα’χει πάντα έτοιμα, καλοξυμένα στο γραφείο του- να ξεκινούσα απ΄την αρχή να γράφω, έτσι αόριστα, να γράφω για όσα πνίγονται μέσα στο λαιμό μου και για το χρόνο που περνά σαν οδοστρωτήρας πάνω από τη σκέψη μας. Περνάει και την τσακίζει και θέλεις δύναμη στ’αλήθεια κάποιες στιγμές για να μπορείς να συνεχίσεις να σκέφτεσαι, να μην παραδοθείς στο πήγαινε και στο έλα, να μη γίνεις ένα μεταλλικό ρομπότ με μάτια από νέον και μαλλιά γεμάτα ηλεκτροφόρα καλώδια. Σκέφτομαι πως μπορεί μια μέρα να καταλήξουμε να μιλάμε συλλαβιστά, μηχανικά, λέγοντας δυο-τρεις λέξεις το πολύ, κα-λη-μέ-ρα, κα-λη-σπέ-ρα, κα-λη-νύ-χτα, αλλά μετά θυμάμαι τη Σ. μια παλιά μου συμμαθήτρια και λέω μπα, αποκλείεται, ό,τι και να γίνει αυτή δεν θα σταματήσει να μιλάει, μπορεί και τον ίδιο το χρόνο να εξοντώσει, να δεις πως απ’τη Σ. θα το βρει, και στο τέλος θα’ μαστε εμείς που θα νικήσουμε ή εντάξει, μπορεί η Σ. να μας εξοντώσει όλους και να στραβώσει το πράγμα εκεί.

Στη δουλειά σχεδόν όλοι έχουν ξεκινήσει κάποια δίαιτα την οποία έχουν χαλάσει τουλάχιστον τρεις ή τέσσερις φορές μέχρι τώρα. Έρχεται το καλοκαίρι και από τη μία γκρινιάζουν ότι δεν θα έχουν λεφτά για διακοπές, από την άλλη ανησυχούν πώς θα δείχνει το σώμα τους με το καινούριο μαγιό. Κατανοητό. Έτερον εκάτερον. Μια συνάδελφος ετοιμάζεται για το δεύτερο διαζύγιό της, οπότε αυτή δεν κάνει δίαιτα, έχει πάθει κατάθλιψη και τρώει όλο μαλακίες, ενώ μια άλλη, πιτσιρίκα, ζει τον έρωτα της ζωής της. Ούτε και αυτή κάνει δίαιτα, δεν της χρειάζεται, είναι κόμπος το στομάχι απ’την αναμονή, τίποτα δεν κατεβαίνει. Έρχεται κάθε πρωί με κόκκινα μάγουλα και αχτένιστα μαλλιά, γεμίζει ένα ποτήρι χυμό και κάθεται χαμογελαστή στο γραφείο της κοιτάζοντας αφηρημένα. Είναι η μόνη που δεν φοβάται το χρόνο που τρέχει. Ο χρόνος γι’αυτή έχει σταματήσει, είναι ακίνητος, σε στάση προσοχής. Για χάρη της.

Τις μέρες -όπως σήμερα- που δεν έχω την επιθυμία να γράψω τραγούδια, κάνω στον εαυτό μου και εγώ μια χάρη και απλά τ’ακούω. Βάζω στην άκρη κόλλες και ξυσμένα μολύβια και διαλέγω κομμάτια ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής. Αφήνω τους άλλους να μιλήσουν για μένα -το κάνουν άλλωστε πολύ καλύτερα- και μένω να κάνω αυτό που μπορώ, να τραγουδάω. Ανοίγω την ένταση της μουσικής, βάζω ένα ποτήρι κρασί, κάθομαι λίγο να αράξω, όλα στη γη σε μια στιγμή, όλα στη γη σε μια στιγμή για να τ’αλλάξω.  



2 σχόλια:

agriomeli είπε...

Aισθανομαι να ειμαστε παγιδευμενοι στη γη.Κουρδιστα ανθρωπακια.
Μας βλεπω ολους μεσα στην κινηση και σκεφτομαι αυτο μονο.
ΜATRIX.
Γι αυτο λοιπον,τραγουδα,
κι εγω μαζι σου...
ακομα κι αν ειναι
το τραγουδι του κυκνου που κλαιει.

Αφιερωμενο:
https://www.youtube.com/watch?v=z_qMg9AyV5Q

karagiozaki είπε...

υπέροχο τραγούδι, σε ευχαριστώ agriomeli :)