Και τώρα κάτι παλιό, κάτι γνώριμο και αγαπημένο, μια μικρή, πολύ μικρή αφιέρωση στην δεύτερη πανσέληνο του Αυγούστου, στο τελευταίο φεγγάρι του καλοκαιριού, στο μπλε φεγγάρι, στις μπλε νύχτες και σε όσους αρ φιλινγκ μπλου.
(και θυμάμαι κάτι γυμνασιακά πάρτυ, με το χέρι του στην πλάτη να τρέμει και την καρδιά να κλωτσάει στο στήθος. Ωραία χρόνια, ανύποπτα.)
Έχουμε νοικιάσει μια βάρκα και κάθε μέρα πηγαίνουμε Αντίπαξους. Αγκυροβολούμε στη μέση του πουθενά και βουτάμε. Στεγνώνουμε στην κουπαστή και φιλιόμαστε κάτω απ’τον ήλιο. Πατάμε στεριά και γινόμαστε ένα με την άμμο. Το σώμα είναι πηλός που ψήνεται, ασπρίζει απ’την αλμύρα, ροδίζει απ’το φως. Ο ιδρώτας μυρίζει καρύδα και το στόμα καρπούζι κατακόκκινο.
Τα βράδια περπατάμε και μιλάμε. Γινόμαστε ένα με τη νύχτα. Κάνουμε έρωτα. Το σώμα είναι πηλός που πλάθεται. Είναι λαχτάρα και ανάγκη. Μυρίζει χώμα και νερό. Και αλάτι. Το νησί είναι δικό μας. Είναι εμείς. Όλα τα νησιά είναι δικά μας. Όλος ο κόσμος είμαστε εμείς.
Αύγουστος 2012, παραλία Αγ. Σαράντα, Πήλιο.
Έντεκα το πρωί, στην παραλία με τα δύο παιδιά σε κατάσταση η υστερία έρχεται, η υστερία φτάνει. Προσπαθώ να φτιάξω το γάλα του μικρού και ταυτόχρονα να τον ηρεμήσω. Η μικρή με έχει τρελάνει στα μαμά αυτό, μαμά εκείνο και ο Σ. φουσκώνει δελφινάκια, μπαλίτσες και μαξιλαράκια. Έχω πονοκέφαλο, θέλω πέντε λεπτά ηρεμίας όταν παρατηρώ το ζευγάρι της διπλανής ομπρέλας. Είναι γύρω στα εξήντα – εξήντα πέντε, ακούνε μουσική με τα ακουστικά τους, διαβάζουν και χαίρονται τη γαλήνη τους.
Κοιτάζοντάς τους, αυτούς τους ανέμελους αραχτούς μεσήλικες που απολαμβάνουν τη θάλασσα και τον ήλιο, την άνεση της ξαπλώστρας και τη σκιά της ομπρέλας, τη γεύση του καφέ και τις λέξεις του βιβλίου, μία και μόνη σκέψη περνάει από το μυαλό μου. Όταν φτάσω στην ηλικία τους, σκέφτομαι, όταν θα μπορώ και εγώ όπως αυτοί να έχω χώρο και χρόνο, θα ζηλεύω απίστευτα τα νεαρά ζευγάρια σαν εμάς που θα βρίσκονται στην παραλία αγκαλιά με τα μωρά τους. Θα ζηλεύω απίστευτα τις τσουγκράνες και τα φτυαράκια τους. Τα μπρατσάκια. Τα ουφ και τα αμάν τους. Τη ζωή στη ζωή τους. Και τη σκέψη αυτή κρατάω για όλο το καλοκαίρι. Και ίσως και για κάποιο απ΄τα επόμενα.
Αύγουστος 2025, κάπου.
Ακούω τους ήχους του καλοκαιριού. Ζαλίζομαι. Ο αέρας μυρίζει γιασεμί και φρεσκοψημένη βάφλα. Είμαι ευτυχισμένη. Είναι η αγκαλιά μου γεμάτη και η φωνή μου ζεστή. Νιώθω γαλήνη, νιώθω ταραχή. Και προσμονή. Πάντα μα πάντα προσμονή.
Σταυρώνω τα δάχτυλα και κάνω ευχή. Και εκείνη μου κάνει τη χάρη και βγαίνει αληθινή.
Και κάπου εκεί ανάμεσα σε μια κούνια και δυο τραμπάλες κατάλαβες ότι βράδιασε ξαφνικά και κάτι από τη θλίψη αποχαιρετισμού σε πήρε. Βράδιασε, είπες, μίκρυνε η μέρα, πάει, αλλά σε έπιασα απ’το χέρι και θυμήθηκες πόσα μεσημέρια μένουν ακόμα που θ ‘αφήσουμε τον ήλιο να σιγοψήνει το κορμί και να ζαλίζει τη σκέψη μας δίπλα σε μισοφαγωμένα ροδάκινα και αδειανά τσαμπιά σταφύλι. Απογεύματα παρέα με τσουλήθρεςκαι παγωτό τσιχλόφουσκα να στάζει στο μανίκι, με ιστορίες για πειρατές και δελφίνια που πετάνε τραγουδώντας για χαμένες αγάπες και μαγικά ρεβύθια. Μας περιμένουν ακόμη βραδάκια που μυρίζουν ρούμι και γιασεμί και έχουν τη γεύση από μαύρη ζάχαρη και τη δροσιά από βαμβακερά σεντόνια. Ολοκαίνουργια.
Και θα συνεχίσουν να μας ζεσταίνουν οι μέρες και οι νύχτες να κολλάνε στο δέρμα σαν κάτι αυτοκόλλητα που αντάλλαζες μικρός και κρατάς δυο τρία απ’αυτά στο κομοδίνο στο πατρικό σου να μη νιώθεις πως μεγάλωσες κι’ας ξέρεις πως δεν είσαι πια παιδάκι. Και θα δω ξανά απ’αυτά τα όνειρα -που έχω χρόνια να δω- που είναι ο κόσμος καλός και αγγελικά πλασμένος, όλοι αγαπιούνται και αγκαλιάζονται και τραγουδάνε παρέα. Είναι γελαστοί και δεν μισούν κανένα, ούτε ψάχνουν για εύκολα θύματα σε χαμηλά σπίτια και σε στενά δρομάκια. Απ’αυτά τα γλυκανάλατα που θυμίζουν κομεντί με τον Τομ Χανκς και τη Μεγκ Ραϊαν, τότε που έμοιαζε κοριτσάκι με τα κοντά μαλλιά και τα στρωτά παπούτσια. Και θα ξυπνήσω το πρωί και θα χαζογελάω και δεν θα λέω σε κανένα γιατί, μόνο σε σένα θα το πω και θα κοροϊδεύεις που βλέπω ακόμα παιδικά όνειρα, θα κοροϊδεύεις και δεν θα με νοιάζει γιατί θα ξέρω πως σ’άρεσε το όνειρό μου και ακόμη πιο πολύ σ’άρεσε που το είδα. Γι’αυτό.
Και κάθε μέρα θα βραδιάζει λίγο νωρίτερα και θα χάνουμε απ’τη μέρα μα θα κερδίζουμε απ’τη νύχτα μας, έτσι να σκέφτεσαι, θα κερδίζουμε λεπτά κουλουριασμένοι στον καναπέ την ώρα που σωπαίνει το σπίτι, θα κερδίζουμε λέξεις και βλέμματα και αγκαλιές που θα μυρίζουνε φρεσκοψημένο ποπ κόρν και μηλόπιτα με καρύδι και κανέλλα. Και θα δεν πειράζει γιατί θα έχουμε χορτάσει από δροσερό καρπούζι και μελωμένα σύκα που κολλάνε στα δάχτυλα. Από θάλασσες με βράχια που μοιάζουν αλυκές και ξεροψημένα καλαμπόκια.
Βράδιασε, είπες, μίκρυνε η μέρα, πάει, μα μας περιμένουν ακόμη νύχτες φτιαγμένες από καλοκαίρι και ο χειμώνας είναι ακόμη μακριά, δεν θα’ρθει, μη φοβάσαι δεν θα τον αφήσουμε, δεν πρόκειται ούτε μια στιγμή να μας αγγίξει πριν τον επιθυμήσουμε, πριν τον καλωσορίσουμε οι ίδιοι μαζί με το πρώτο ζεστό μας ντους.
Χαζεύω περιοδικά και ξεφυλλίζω διαφημιστικά έντυπα, πίνω καφέ και ακούω τους θορύβους της πόλης που ετοιμάζεται να περάσει απ’τη ζέστη της μέρας στη θέρμη της νύχτας.
Έπεσε στα χέρια μου τις προάλλες ένα από αυτά τα φυλλάδια που διαφημίζουν αγορά χρυσού. «Δίνουμε αξία στα παλιά σας κοσμήματα» και «μετρητά σε πέντε λεπτά» ήταν γραμμένα με μεγάλα γράμματα, κίτρινα, χρυσά, να μπορούν να το διαβάζουν οι παλαιότεροι και να δελεάζονται οι νέοι. Αγορά χρυσού και θυμήθηκα τα παλιά χρόνια τότε που μου έλεγε η γιαγιά μου ιστορίες από την κατοχή, ιστορίες φτώχιας και πείνας, με μαυραγορίτες, χρυσά δόντια και λιγοστό ψωμί. Θυμήθηκα φράσεις «κατοχικές» τύπου «μην αφήνεις τη μπουκιά σου» που κάναν εμάς τα παιδιά να απορούμε και να κοροϊδεύουμε και λίγο την μακρινή αγωνία της έλλειψης. Εμείς τα παιδιά της αφθονίας, του μέλλοντος. Πιτσιρίκια και απορούσαμε για τις πρακτικές του παρελθόντος, για τα συντηρητικά, φοβισμένα μυαλά των μεγάλων, για την αποπνικτική ηθική και τη γεμάτη στερεότυπα ζωή τους. Αγοροπωλησία χρυσού και θυμήθηκα και κάτι λίρες –δώρα παππούδων στα νεογέννητα παιδιά μου- να’ναι «χρυσή» η ζωή τους και συμβουλές για φύλαξη αυτών αφού «το μόνο που δεν χάνει την αξία του είναι ο χρυσός». Και γελούσα τότε με την εμμονή στο χτες και στις νουθεσίες του. Και τώρα κρατάω στα χέρια μου φυλλάδιο μιας «σύγχρονης επιχείρησης» και αναρωτιέμαι, πότε μπήκαμε στην μηχανή του χρόνου και γυρίσαμε πίσω και γιατί.
Και γελούσα με ιστορίες κοινωνικής συμπεριφοράς, για τη θέση της γυναίκας στο χτες, για τον τρόπο που ερωτεύονταν, έκαναν σχέσεις και παντρεύονταν τα κορίτσια που ήταν πράγματι «κορίτσια», και γελούσα και θύμωνα παράλληλα. Μέχρι που άκουσα δήλωση φίλης να απειλεί – τον εαυτό της και μόνο- πως αν δεν παντρευτεί μέχρι τα σαράντα θα πάει σε γραφείο συνοικεσίων. Παντρεύτηκε λίγο πριν κλείσει τα τριάντα έξι και γλίτωσε το νυφοπάζαρο και τις μεγάλες εκπτώσεις, για τις μικρές δεν ξέρω και δεν μιλώ, ο καθένας επιλέγει τις δικές του. Παντρεύτηκε και έβαλε τη χρυσή τη βέρα στο δεξί και δηλώνει ευτυχισμένη, μοιάζει ευτυχισμένη, ίσως η ευτυχία δεν χρειάζεται πεταλούδες στο στομάχι, μόνο ένα τραπέζι για δύο σε μια ψαροταβέρνα δίπλα στη θάλασσα.
Διαβάζω για το μεταναστευτικό και τις σκέψεις πολλών νεοελλήνων για τη θέση των μεταναστών στην Ελλάδα, σύγχρονοι δούλοι –μόνο ως τέτοιοι μπορούν να γίνουν ανεκτοί, σε λίγο θα στηθούν πάγκοι και σκλαβοπάζαρα στις πλατείες και οι δημοκράτες χριστιανοί, απόγονοι του Περικλή και του Σωκράτη θα αποφασίζουν δια βοής τη μοίρα μαυριδερών ξένων. Θα αποφασίζουν τη σκλαβιά των άλλων χωρίς να βλέπουν τις δικές τους αλυσίδες. Σκλάβοι σε εταιρίες και τράπεζες, σε παπάδες και πολιτικούς, δημαγωγούς, προαγωγούς ανέχειας και μίσους. Και θα φεύγουν για άλλους τόπους όπου οι μαυριδεροί ξένοι θα’ναι τώρα αυτοί και η βοή θα αφορά στη δική τους μοίρα. Στη δική τους ζωή.
Και γυρίζει ο χρόνος πίσω, όλο βήματα στο χτες νιώθω πως περπατάμε και ίσως είναι λογικό, δεν ξέρω, ίσως να είναι λογικό η ανασφάλεια να σε πάει στα πριν, στα γνωστά, τα σίγουρα. Σαν κάτι φρεσκοχωρισμένους που τα φτιάχνουν ξανά με κάποιο πρώην για να νιώσουν πως ξέρουν πού βαδίζουν και πως όλο και κάτι ορίζουν. Ίσως να είναι λογικό να κλείνουν οι ψυχές και να στενεύουν, να γίνονται δικαστές και τιμωροί τα λόγια και στεγνά τα σώματα. Ίσως να είναι λογικό να μιλάμε για τις αξίες του έθνους και της ελληνικής οικογένειας, για ηθική και θρησκεία την ώρα που γίναν σπίτια τα πεζοδρόμια και κρεβάτι τα παγκάκια.
Ρίχνω άλλη μια ματιά στο φυλλάδιο πριν το πετάξω στα σκουπίδια, θόλωσαν απ’τα χρυσά τα γράμματα τα μάτια μου, πνίγηκε μες το χρυσό η ανάσα μας, αγοροπωλησίες κοσμημάτων, χρυσές ευκαιρίες για δουλειά στο εξωτερικό και μια χρυσή αυγή στη κοινοβούλιο. Όσο περισσότερος χρυσός στη ζωή μας, τόσο πιο φτωχή αυτή γίνεται. Και πιο μαύρη.
Τις νύχτες της αρέσει να κάθεται αμίλητη καπνίζοντας. Κοιτάει το μαύρο ουρανό και προσπαθεί να μαντέψει πώς είναι η μέρα που ξημέρωσε στην άλλη πλευρά του κύκλου. Δεν θέλει κανένα ήχο δίπλα της πέρα από το ελαφρύ βουητό της πόλης και εκείνο το γκιώνη που μετακόμισε πιο πέρα και φωνάζει με πίστη. Φαντάζεται ιστορίες για ανθρώπους που δεν γνώρισε και σταυρώνει τα δάχτυλα κάνοντας ευχές που δεν πρόκειται να βγουν. Πίνει κόκα κόλα και μαζεύει αλογοουρά τα μαλλιά της. Μένει μόνη. Ονειρεύεται πολύ. Ονειρεύεται συχνά. Σχεδόν δεν περνάει βράδυ χωρίς εικόνες στο μυαλό της.
Το πρωί πάντα νυστάζει. Φτάνει παντού αργοπορημένη. Ετοιμάζεται και φεύγει βιαστικά και φτάνει παντού αργοπορημένη. Πίνει τον καφέ της γλυκό και σιχαίνεται το γάλα. Περπατάει γρήγορα, ζωηρά και συνήθως μουρμουρίζει κάποιο τραγουδάκι που της έχει κολλήσει από μέρες. Το καλοκαίρι φοράει πάντα άσπρα. Της αρέσει να απλώνει τα ρούχα της στον ήλιο και τρώει βανίλια υποβρύχιο ώσπου να πάρουν να στεγνώνουν. Λατρεύει τα καπέλα. Δεν έχει κανένα. Λατρεύει τα παιδικά κοκαλάκια. Έχει μια γυάλα απ’αυτά στο κομοδίνο της.
Γράφει σημειώσεις σε μπλοκάκια και στίχους σε χαρτοπετσέτες που έμειναν στο τραπέζι της κουζίνας. Τα φυλάει σε χάρτινα κουτιά μαζί με παιδικά ημερολόγια χρόνων. Μιλάει πολύ στις παρέες και καθόλου στο τηλέφωνο. Διαβάζει ιστορίες και μαγειρεύει μακαρονάδες. Γελάει πολύ. Κλαίει πολύ. Πάντα με την ψυχή της. Τη θυμώνουν αυτοί που παρκάρουν στις ράμπες και στα πεζοδρόμια. Που κλωτσάνε τα αδέσποτα. Που φτύνουν όταν περπατάνε.
Σιχαίνεται τις μέρες που νιώθει πως τα κάνει όλα λάθος. Την αμφιβολία. Την απουσία. Βασανίζεται. Κάθε πρωί ξαναρχίζει. Αντλεί δύναμη απ’τα τραγούδια και το φως της μέρας. Πιστεύει. Αγαπάει τα συνθήματα στους τοίχους και τους καλλιτέχνες του δρόμου. Τις γαρδένιες και τα μαγιάτικα στεφάνια. Τις ήσυχες παραλίες και τις βαθιές θάλασσες. Τις γρανίτες.
Μένει μόνη. Ονειρεύεται πολύ. Ονειρεύεται συχνά. Σχεδόν δεν περνάει βράδυ χωρίς εικόνες στο μυαλό της.
Οι στιγμές αυτές, οι στιγμές που καθόταν στο γραφείο του, -κούπα δίπλα του με καφέ σκέτο- οι στιγμές που χάνονταν οι σκέψεις του μπροστά στην οθόνη ενός λαπτοπ, χάνονταν περιπλανώμενες μόνο για να επιστρέψουν πάλι, να επιστρέψουν πιο δυνατές, πιο καθαρές, συγκροτημένες, να αποκτήσει το βίωμα λόγο και το ένστικτο φωνή, να βρεθούν οι λέξεις, να πάρουν σειρά, να γραφτούν σ’ένα ατελείωτο χαρτί, να γραφτούν, να μείνουν- οι στιγμές αυτές ήταν οι καλύτερές του.
Του άρεσε να γράφει τις ιστορίες του παρέα με ιστορίες άλλων, να κρύβει και να αποκαλύπτει, ένα ατελείωτο κρυφτό πίσω από λέξεις, παραγράφους και σημεία στίξης που λέγαν τόσα πολλά ή μπορεί και τίποτα, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής και τη μέρα. Στην αρχή της εβδομάδας ξεκινούσε με ενθουσιασμό. Έβγαζε από μέσα του όλο εκείνο το πάθος, την αισιοδοξία και το πείσμα που τον χαρακτήριζε απ’τα μικράτατά του, από τότε που όρθωνε ανάστημα –ύφος ακέραιης βεβαιότητας, στάση πολεμική παρά τις ιδρωμένες παλάμες και το καρδιοχτύπι- έτοιμος να πει χίλια ναι, χίλια όχι.
Προς τη μέση, ένιωθε να αλλάζει κάτι. Όχι, δεν ήταν η βεβαιότητα που τον εγκατέλειπε, ούτε το πείσμα, αλλά να, ο ενθουσιασμός του σαν να θάμπωνε λιγάκι, έτσι όπως θαμπώνουν τα μάτια απ’το φως της μέρας που πέφτει ξαφνικά στο πρόσωπο. Κοιτούσε γύρω του και δεν ήξερε τι ήταν αυτό που άξιζε την πίστη του. Άφηνε το βλέμμα στα λερωμένα πεζοδρόμια, τους αδιάφορους περαστικούς, τα δέντρα της διπλανής αυλής και δεν ήξερε πώς να γεμίσει την κιβωτό του. Με τι. Με ποιον. Και γιατί.
Προς το τέλος της βδομάδας, όλες του οι λέξεις ακούγονταν ξένες. Βέβαιες μα αυστηρές. Έλειπε το χάδι τους και αυτό το κάτι που γλυκαίνει τα μέσα σαν κάτι καραμέλες που διαφήμιζαν παλιά. Ανακατεύονταν τα ναι του και τα όχι, χίλια κομμάτια οι προτάσεις, θυμωμένες οι τελείες, μοναχικές. Ακόμη και τότε όμως, δεν σκέφτηκε ποτέ να σταματήσει να γράφει. Ούτε μια στιγμή δεν πέρασε η παραίτηση απ’το μυαλό του, όσο είχε το μυαλό του θα’ταν γεμάτο λέξεις που ζητούσαν να γραφτούν, να μείνουν. Κι’αυτός εκεί. Αφεντικό και υπηρέτης τους. Δάσκαλος και μαθητής. Μα πάνω απ’όλα φίλος.
Και κάπως έτσι συνέχιζαν οι κύκλοι του. Οι εβδομάδες. Οι μέρες. Γιατί κάπου εκεί, ανάμεσα στο τέλος της εβδομάδας και στην αρχή της επόμενης, όλο και κάποιος περαστικός θα έριχνε το βλέμμα πάνω του. Μέσα στη ματιά του. Και μια στις τόσες αυτό το βλέμμα κάτι θα έλεγε. Κάποια ιστορία θα είχε να διηγηθεί. Και όλο και κάποιο χαμόγελο θα έσκαγε στα μούτρα του. Και θα φωτίζονταν ξανά το πρόσωπό του και το πείσμα του. Και θα ήξερε το γιατί και θα υποπτευόταν τα υπόλοιπα.