Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

κάτι χειμωνιάτικα απογεύματα

Θέλω αυτή τη μέρα, αυτή τη μέρα της ανασφάλειας, της αναταραχής, των χιλίων αναλύσεων και αναμονών, θέλω να κλείσω τον κόσμο απ’έξω, έξω από τη σκέψη μου, έξω απ’την θαλπωρή του σπιτιού μου. Θέλω αυτή η μέρα να είναι απλά μια μέρα βροχερή, όπου οι σταγόνες της βροχής κρέμονται απ’τα παράθυρά μου, και το κρύο μαστιγώνει τα μάγουλα, ένα ράπισμα ελαφρύ, περισσότερο σαν χάδι, σαν παιχνίδι ερωτικό, σαν νεύμα. 
Μ’αρέσουν τα χειμωνιάτικα απογεύματα, το είχα ξαναγράψει παλιά, πολύ παλιά, -όταν  ακόμη πίστευα πως μ’ένα μου ναι ή μ’ένα όχι μπορώ να αλλάξω τον κόσμο-  μ’αρέσει η μαγεία που έχει το απογευματινό σκοτάδι. Είναι μέρα και δεν είναι. Μπορείς πάντα να παίξεις ανάλογα με την διάθεση που έχεις. Μπορείς να είσαι όποιος θέλεις ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, καμουφλαρισμένο σαν νύχτα, να πετάξεις από πάνω σου τη μέρα, να ξαναρχίσεις. Κρύβουν μέσα τους μια νέα αρχή τα απογεύματα, μια δεύτερη ευκαιρία.
Δεν μπορώ να γράψω πια όπως άλλοτε. Δεν είμαι η ίδια, έχω αλλάξει κι’ας κρατάω κάπου μέσα μου βαθιά αυτή την αιώνια λιακάδα της αισιοδοξίας. Έχω αλλάξει. Κολλάνε οι λέξεις, στυλώνουν κάτω τα πόδια, αρνούνται να βγουν ουράνια τόξα να χρωματίσουν το χαρτί μου. Κάτι τέτοια απογεύματα όμως, την ώρα που το σκοτάδι χαμηλώνει και αγγίζει τη γη, μπορώ σχεδόν να νιώσω ξανά αυτή την ελαφρότητα της πίστης. Μπορώ να νιώσω να φουσκώνει μέσα μου η δύναμη του ναι, η επιθυμία για το απραγματοποίητο, για το άπιαστο που περιμένει να αιχμαλωτιστεί ώστε να αποκτήσει νόημα. Νιώθω το σώμα μου άυλο, και τη σκέψη μου να καίει, ανοίγω την πόρτα στην πιθανότητα, λέω λες; και ξαναρχίζω.
Αυτό το απόγευμα, αυτό το βράδυ που σε λιγάκι ξεκινά, νιώθω πως είμαι παλιά, νιώθω πως είμαι καινούργια. Θα αφήσω τα μαλλιά μου να σκεπάσουν ώμους και πλάτη και θα ντυθώ τον πιο δικό μου εαυτό. Θα αφεθώ σ’αυτό το κύμα της ελαφρότητας να με σηκώσει, στη μέθη του τώρα, στην ένταση του θέλω. Λόγια πολλά δεν θα πω, θα αφήσω μικρές, κόκκινες γουλιές κρασιού να μιλήσουν για μένα. Θα ροδίσω μάγουλα και διαθέσεις και θα αφήσω τα χείλη άβαφα, γυμνά. Όλα το ξέρω θα τα ζητήσω. Κι’αν ακούσω λέξη για πολιτική, μα το Θεό, θα σε χωρίσω.
Μ’αρέσουν τα χειμωνιάτικα απογεύματα, κάποιες μέρες -αυτές του Φλεβάρη- λίγο περισσότερο από άλλες. Είναι οι στιγμές που επιλέγω να αφήνομαι στην απατηλή ζέστη της αισιοδοξίας, να ποντάρω στην πιο απειροελάχιστη πιθανότητα, να χαμογελάω συνωμοτικά σε μια μου σκέψη.
Ίσως να’ναι που κάθε Φλεβάρη μεγαλώνω.
Ή ίσως πάλι να’ναι απλά, που τώρα τελευταία πίνω τον καφέ μου ιρλανδέζικο.




υσ. τη φωτογραφία δεν θυμάμαι από που την έχω πάρει, συγγνώμη.

2 σχόλια:

Margo είπε...

Αν καταφέρνεις να κρατήσεις όλη αυτή τη τρέλα έξω από τα ζεστά σου βραδάκια είσαι πολύ καλά.. :-)

karagiozaki είπε...

Με νύχια και με δόντια margo, με νύχια και με δόντια. ;)