Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

silence, not

Aυτό που περισσότερο τον μάγευε στο χιόνι ήταν ο ήχος του. Ή μάλλον για να είμαστε πιο ακριβείς αυτό που περισσότερο τον καθήλωνε ήταν η απουσία κάθε ήχου. Η σιωπή του. Η σιωπή που ακολουθούσε τη διαδρομή του, από τη στιγμή της πτώσης κάθε νιφάδας μέχρι την προσγείωση στα κλαδιά των γύρω δέντρων, στο μαλακό χορτάρι, στο δίπλα δρομάκι. Η σιωπή αυτή φαινόταν επιβεβλημένη, το ίδιο το χιόνι σαν να την επέβαλλε, σκηνοθέτης της ίδιας του της πορείας, μιας πορείας ήσυχης μα ποτέ ασήμαντης, πώς μπορεί να είναι ασήμαντο αφού φέρνει τούμπα το τοπίο, τη διάθεση, την αντανάκλαση του κόσμου στα μάτια.  
Μπορούσε να κάθεται με τις ώρες τα βράδια να χαζεύει την λευκή κάθοδο, η εφημερίδα να χάσκει ανοιχτή στα γόνατά του και η σκέψη να τρέχει. Όχι μόνο στο παρελθόν σαν πραγματικότητα, -παλιά τρεχαλητά και χιονοπόλεμοι στα γύρω στενά, χιονάνθρωποι, αυτοσχέδια παιχνίδια και κλειστά σχολεία- μα και στο παρελθόν εκείνο των επιθυμιών, των χτεσινών ονείρων και προσδοκιών, στο παρελθόν που υποσχόταν μέλλον, το πολλά υποσχόμενο. Θυμάται πως ήθελε να γίνει ήρωας της κάθε ταινίας, να περπατήσει πέρα από το φράχτη, να πει τα λόγια των λίγων, να ξεσηκώσει μυαλά και βλέμματα, να μπογιατίσει δικά του τοπία, να ξεχωρίσει, να πρωτοστατήσει, να αφυπνίσει. Να αφυπνίσει, τον μάγευε αυτή η λέξη, ήθελε να μπορούσε να τον προσδιορίζει, να γίνει σήμα και σημαία του. Να αφυπνίζει, να διαμορφώνει συνειδήσεις, να καθοδηγεί σκέψεις, να γίνει μέντορας ονείρων. Μέντορας ονείρων. Αχ, πώς μπορούσε να βαυκαλίζεται με τις ίδιες του τις σκέψεις τόσο πολύ, να ξεσηκώνεται μόνο για ένα λεπτό, για μια στιγμή και μετά να κατακάθεται το πάθος μέσα του και να ριζώνει ο φόβος, η καθημερινότητα στην κίνηση και η αποχαύνωση της ασφάλειας στο βλέμμα. Τίποτα δεν έκανε απ’όσα θέλησε, ή τίποτα δεν θέλησε απ’όσα είπε. Δεν έγινε μέντορας κανενός, δεν αφύπνισε μυαλά και συνειδήσεις, δεν γέννησε πάθη και όνειρα, έμεινε παρελθόν το παρελθόν και πολλά υποσχόμενο το μέλλον. Ούτε αυτή τη βόλτα στο χιόνι, αυτή τη βόλτα που από παλιά σκεφτόταν, μια βόλτα ξυπόλυτος στο άσπρο χαλί, να σπάει την σιωπή του χιονιού ο ήχος από τα βήματά του, τα γυμνά του βήματα στο χιόνι. Ούτε αυτό.
Αύριο σαράντα οκτώ, σαράντα οκτώ αύριο και όφειλε στον εαυτό του, ακόμα κι’αν τίποτε άλλο, αυτή τη βόλτα που χρόνια λαχταρούσε, αυτή τη βόλτα στο χιόνι, αυτός και η επιθυμία, καθαρή για πρώτη φορά, σκέτη επιθυμία. Δεν κατάλαβε ποιος μοχλός τον σήκωσε όρθιο, τι ήταν αυτό που τον έκανε να στυλώσει τα πόδια, -μάλλον έρωτας θα ήταν, (τι άλλο;) έρωτας για αυτή τη μόνη νιφάδα, την πιο λευκή απ’όλες - μα τα βήματά του για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν ήταν μηχανικά. Δεν ήταν μηχανικό το σήκωμά του, ούτε ο τρόπος που χαμογέλασε στον εαυτό του στον καθρέφτη, που έβγαλε σιγανά τα ρούχα του, αθόρυβα, παπούτσια και κάλτσες και φόβος, όλα έμειναν στο πάτωμα. Γλίστρησε σιγανά στο απέναντι παρκάκι, αν ήταν ήρωας σε ταινία θα ήταν δάσος αυτό που απλώνονταν μπροστά του και αυτός θα χάνονταν μέσα στα δέντρα, μα τώρα δεν πειράζει, έχει αυτό δικό του, αυτό το μικρό παρκάκι και θα χαθεί ανάμεσα σε κούνιες ακίνητες και τραμπάλες που αγωνίζονται να ισορροπήσουν. Θα στρίψει εκεί, λίγο πριν την τσουλήθρα και μπορεί να ανέβει και στο γύρω-γύρω ολοκληρώνοντας το θρίαμβό του, τον πρώτο του θρίαμβο.
Περπάτησε έτσι όπως το είχε φανταστεί ανάμεσα στο χιόνι, αρπάζοντας την αγνότητά του, στα αυτιά του ο ήχος του, ο ήχος που άφηναν τα πέλματά του, παφ, παφ, ο μόνος ήχος που υπήρχε ήταν δικός του, ήταν αυτός που είχε νικήσει, είχε νικήσει τη σιωπή του χιονιού, την ησυχία της πτώσης, είχε νικήσει, είχε γίνει ο μέντοράς του, αρχηγός και ακόλουθος συνάμα, είχε νικήσει.
Άφησε ένα μικρό γέλιο να ξεφύγει, αύριο σαράντα οκτώ, σαράντα οκτώ αύριο και αν δεν πέθαινε από πνευμονία, θα μπορούσε επιτέλους να ζήσει.        






Η φωτoγραφία είναι από το wooz.gr

8 σχόλια:

Theorema είπε...

Εξαιρετικό...

karagiozaki είπε...

:)

the truant είπε...

υπέροχο κείμενο.και μολονότι το τέλος με λύπησε,αισθάνομαι ότι δεν θα ήταν εξίσου υπέροχο με ένα happy end.

karagiozaki είπε...

@truant, καλησπέρα ή μάλλον καλημέρα θα πω. Μα είχε happy end, νόμιζα ότι ήταν εμφανές. Ελπίζω να μην ξενέρωσες τώρα ;)

the truant είπε...

δυστυχώς,έχω την εντύπωση ότι,ειδικά στις μέρες μας, τίποτα δεν είναι/πρέπει να εκλαμβάνεται ως εμφανές/προφανές.για και από κανέναν.και όχι δεν ξενέρωσα παρά ελάχιστα.εξ αρχής αμφέβαλλα περί ύπαρξης happy end ή μη, αλλά δίστασα να ρωτήσω.ίσως γιατί η κλασσική ερώτηση τι εννοεί ο ποιητής καταστρέφει,στο μυαλό μου,την όποια μαγεία του ποιήματος.αν δε σε πειράζει προτιμώ να κρατήσω την εκδοχή που,στο μυαλό μου πάντοτε, συγκέντρωσε τις περισσότερες πιθανότητες όταν το πρωτοδιάβασα. με έλκει περισσότερο η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού,βλέπεις.όπως και νά'χει το κείμενο παραμένει υπέροχο κι αυτό είναι που μετράει.καλή σου μέρα (φατσούλα με γελάκι)

karagiozaki είπε...

Με βρίσκεις απολύτως σύμφωνη! :)

Thomas Xomeritis είπε...

The pores in the snow cover are responsible for the quiet conditions. When acoustic waves travel horizontally above the snow, the increased pressure of the wave momentarily pushes some air into the pores. This air returns to the atmosphere after the wave passes, but some energy has been lost from friction and thermal effects. Over a short distance, this mechanism can significantly reduce the sound energy in the acoustic wave. This situation is in contrast to propagation over acoustically hard surfaces, like concrete or water, where sound attenuation can be much less. People on shore can often hear people in a boat speaking softly, even over a few hundred meters, so watch your language the next time that fish gets away!

karagiozaki είπε...

@T.X. Τελικά όλα κάπως εξηγούνται! Ευχαριστώ για τις πληροφορίες. :)