Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

έχε το νου σου... βραδιάζει

Κρατώντας τον μπέμπη αγκαλιά και προσπαθώντας να τον κοιμήσω πριν ξυπνήσει η μικρή και κάθε μου ελπίδα για λίγη ώρα ησυχίας, πάει χαμένη, άρχισα να τραγουδάω μερικά από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Παλιά, όταν κοίμιζα την μικρή, περνούσα τη φάση Χατζιδάκις. Δώστου Χάρτινο το φεγγαράκι και Οδός ονείρων. Δέκα φορές τη μέρα μπορεί και παραπάνω… Φυσικά οι λόγοι μου ήταν καθαρά εγωιστικοί. Αφενός ήθελα το παιδί να αγαπήσει τη μουσική που και εγώ αγαπώ –ως γνωστόν, από την πλύση εγκεφάλου δεν γλύτωσε ποτέ κανείς- και απ’την άλλη πόσες φορές μπορείς να πεις το Βγαίνει η βαρκούλα, βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά…  και το Ένα και ένα κάνουν δύο, δύο παιδάκια πάνε στο σχολείο? πριν πηδήξεις από το παράθυρο??? Τώρα με το μπέμπη έχω αλλάξει ρεπερτόριο. Περνάω τη φάση Σιδηρόπουλος. Και μπορεί να λέω και κανένα Αχ κουνελάκι, κουνελάκι, ξύλο που θα το φας… αλλά συνήθως ο μικρός κοιμάται παρέα με τα τραγούδια του Παύλου.
Σε μια από αυτές τις φάσεις που κρατούσα το μωρό στα χέρια μου και σιγοτραγουδούσα «Όταν, κάποιο βράδυ, θα σε ξυπνήσει απότομα η κραυγή σου, και τρέξεις στη μαμά σου να το πεις και κείνη τρομαγμένη, μες το ψυγείο κλείσει τη φωνή σου, μα θα’ναι αργά, μεσάνυχτα και θα’χεις κουραστεί…» ένιωσα λίγο φορτισμένη συναισθηματικά, πράγμα καθόλου περίεργο και δύσκολο. Θες λίγο ο εγκλεισμός, θες που όσο να’ναι όταν είσαι διαρκώς παρέα με ένα μωρό και ένα τρίχρονο και οι περισσότερες συζητήσεις σου εξαντλούνται στα αγκού αγκού και στα…  ήτανε μια φορά και ένα καιρό…. δεν μπορεί, θα χαζέψεις, ψέματα να λέμε τώρα? Φορτισμένη λοιπόν καθώς ήμουν, κοιτάζω την Εργίνα και της λέω με συγκίνηση στα μάτια… «Μωρό μου, θέλω να σου πω κάτι. Σου υπόσχομαι πως ποτέ μα ποτέ δεν πρόκειται μες το ψυγείο να κλείσω τη φωνή σου.»
Με κοίταξε στα μάτια σοβαρά, με κάρφωσε σχεδόν με το βλέμμα της και με αυτή την άπειρη, ολοκληρωτική, βαθιά κατανόηση που μόνο τα παιδιά μπορούν να δείξουν μπροστά σε οποιαδήποτε τρέλα, μου απάντησε… «Σ’ευχαριστώ μαμά.» Και συνέχισε το παιχνίδι της.
 [Κάπου εκεί χαλάρωσα. Θες το σοβαρό της ύφος, θες το γεγονός ότι τη φαντάστηκα να σκέφτεται κάτι τύπου «Τι να της πεις τώρα της τρελής? Άσε, θα της δώσω ένα φιλί και ελπίζω να της περάσει!», γέλασα και αποφορτίστηκα….]
Τις προάλλες σκεφτόμουν πως είναι τελικά μεγάλη παγίδα τα τραγούδια. Έχουν δυνάμεις ύπουλες. Ακόμη κι’όταν ασυναίσθητα σιγομουρμουρίζεις ένα σκοπό, ακόμη κι’αν απλά ψελλίζεις στίχους αφηρημένα, τα τραγούδια, εκείνα που ξέρουν να μιλάνε, δρουν υπογείως. Διαπερνούν το οποιοδήποτε κάλυμμα έχεις ρίξει πάνω σου και βρίσκουν πάντα στόχο. Άτιμο πράγμα τα τραγούδια. Βρίσκουν πάντα στόχο. Ακόμη και για θέματα που δεν γνωρίζεις ότι κουβαλάς. Σε κάνουν να σκέφτεσαι πράγματα που δεν θες, που προσπαθείς να στριμώξεις σε καμιά σκοτεινή ντουλάπα, γιατί πολύ απλά δεν μπορείς, δεν ξέρεις πώς να τα αντιμετωπίσεις.
Και είναι και αυτά τα ήσυχα, οικογενειακά βράδια, που ο Σ. είναι στο γραφείο και διαβάζει, η μικρή έχει πιει το γάλα της και έχει κοιμηθεί και εγώ κρατάω το μπέμπη αγκαλιά και τραγουδάω. Τραγουδάω και κλαίω. Οι λέξεις βγαίνουν αργά, συλλαβιστά, τα μάτια υγραίνονται έτσι όπως νοτίζουν τα φύλλα κάτι βράδια του φθινοπώρου. Υγραίνεται πρώτα το μέσα, ποτίζει  η ψυχή και φουσκώνει, ανεπαίσθητα στην αρχή και με βήματα μικρά σαν του μωρού, έτσι ώστε όταν το νερό φτάνει στα μάτια και τρέχει ελεύθερο στα μάγουλα να είναι ο ερχομός του κάτι προσδόκιμο, κάτι αναμενόμενο, κάτι τόσο φυσικό που να περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Ούτε ο μπέμπης ξαφνιάζεται. Χωμένος εκεί μέσα στην αγκαλιά μου γνωρίζει την τρικυμία περισσότερο κι’από μένα, είναι πιο κοντά στο κέντρο της, νανουρίζεται με τα κύματά της και κουρνιάζει ακόμη πιο βαθιά στην μόνη πατρίδα που ξέρει. Αλήθεια, ποια η φυσική θέση ενός μωρού, ποια η πατρίδα του, αν όχι η αγκαλιά της μάνας του? 
«Κάποτε θα’ρθουν γνωστικοί, λογάδες και γραμματικοί, για να σε πείσουν –ήρθαν, έχουν περάσει όλοι αυτοί, άφησαν χαλάσματα στο πέρασμά τους.-    
Έχε το νου σου στο παιδί, κλείσε την πόρτα με κλειδί, θα σε πουλήσουν. –με πούλησαν, μας πούλησαν, πούλησαν το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον.-
Και όταν θα’ρθουν οι καιροί, που θα’χει σβήσει το κερί, στην καταιγίδα –εδώ είναι, έφτασαν. Νιώθω την καταιγίδα να χτυπάει τα παράθυρά μου και η φλόγα απ’το κερί του κόσμου τρεμοπαίζει.-
Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλυτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα. –πώς? Κάποτε νόμιζα πως η αγάπη ήταν αρκετή.- 
Το μωρό κοιμάται και εγώ τραγουδώ. Μ’αρέσει που τραγουδάω με το μωρό στα χέρια. Μ’αρέσει που μπορώ και κλαίω. Κοιτάω το γαλήνιο πρόσωπο. Τον αφήνω μαλακά στη κούνια. Μπαίνω στο παιδικό και κοιτάω την Εργίνα. Είναι ξεσκέπαστη και έχει τη Μίνι αγκαλιά. Τη σκεπάζω και τη σταυρώνω, όπως έκανε και σε μένα η μαμά μου. Είπαμε, από την πλύση εγκεφάλου δεν γλύτωσε ποτέ κανείς. Κοιτάω γύρω γύρω το δωμάτιο. Βλέπω τις κούκλες και τα αρκουδάκια, τα little people να καμαρώνουν στα ράφια, τα βιβλία της με παραμύθια, τόσα παραμύθια να σπέρνουν σπόρο ονείρου στην ψυχούλα της. Θέλω παραμύθια, πολλά παραμύθια για τα παιδιά μου. Θέλω να μάθουν να μη φοβούνται το δράκο, αλλά να ξέρουν ότι είναι κάπου εκεί. Θέλω ιστορίες για μάγισσες και μήλα δαγκωμένα, θέλω πίστη στο καλό και τη δύναμή του. Σε πρίγκιπες και ξωτικά, σε νεράϊδες και μαγικά φασόλια που μπορούν να σε πάνε ψηλά, πολύ ψηλά, πάνω από τα σύννεφα της κάθε μέρας.  
Γέρνω την πόρτα και συνεχίζω να σιγοτραγουδώ τον ίδιο σκοπό. Τον ίδιο σκοπό, αλλιώτικα.
Κάποτε θα’ρθουν γνωστικοί, λογάδες και γραμματικοί, για να σε πείσουν –ήρθαν, μα ανάθεμα αν τους αφήσω να ξανάρθουν.-   
 Έχε το νου σου στο παιδί, κλείσε την πόρτα με κλειδί, θα σε πουλήσουν. –με πούλησαν, μας πούλησαν, πούλησαν το παρελθόν, το παρόν. Όχι το μέλλον, ποτέ το μέλλον.-
Και όταν θα’ρθουν οι καιροί, που θα’χει σβήσει το κερί, στην καταιγίδα –εδώ είναι, έφτασαν. Νιώθω την καταιγίδα να χτυπάει τα παράθυρά μου και η φλόγα απ’το κερί του κόσμου τρεμοπαίζει. Μα δεν θα το αφήσω να σβήσει. Θα ματώσω για να μην σβήσει.-
Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλυτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.  –Ίσως, ίσως τελικά η αγάπη να είναι αρκετή.-