Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

χειμωνιάτικες ιστορίες

Κάπως έτσι λοιπόν έφτασε η Παρασκευή. Μια εβδομάδα έφυγε, πως πέρασαν τούτες οι μέρες ούτε το κατάλαβα.
Χειμωνιάζει. Από σήμερα αρχίζει για μένα επίσημα η χειμερινή περίοδος. Βράζω τα πρώτα κάστανα για φέτος και δεν θα περάσει καιρός μέχρι να αρχίσω να φτιάχνω το σιμιγδαλένιο χαλβά τις Κυριακές τ΄απόγευμα, κατάλοιπο μητρικής φροντίδας και οικογενειακής παράδοσης. Κυριακή απόγευμα να μυρίζει όλο το σπίτι καβουρδισμένα αμύγδαλα και κανέλλα.
Είναι που αρχίζει σιγά σιγά να κρυώνει το έξω και το μέσα γίνεται ολοένα και πιο δελεαστικό. Συντροφιά, κρασί, λίγα ξύλα να φωτίζουν τη νύχτα και κουβέντα. Κουβέντες. Φωνές χαμηλές, γελαστές και άλλοτε παθιασμένες,  έντονες. Όπως οι κουβέντες έτσι και οι φωνές. Χειμωνιάτικα βράδια, σπιτικά, σαν τις πίτες της γιαγιάς με το φύλλο αυτό το γνώριμο, το καμωμένο με αγάπη και υπομονή, να τυλίγεται και να απλώνει ξανά και ξανά μέχρι να έχει το τέλειο πάχος, τη σωστή υφή,  την οικεία γεύση.
Το καλό με όλα τούτα που συμβαίνουν είναι που αρχίζουμε σιγά σιγά να βρίσκουμε ξανά τον εαυτό μας. Ξέχασε ο Έλληνας τόσα χρόνια ποιος είναι. Έβλεπε μόνο που θέλει να πάει και λησμόνησε από πού έρχεται. Θελήσαμε τόσο πολύ να είμαστε Ευρωπαίοι που ξεχάσαμε να είμαστε Έλληνες. Λογικό όμως, κουράστηκε ο Έλληνας να παλεύει, να μάχεται. Τόσες σελίδες ιστορίας, μια μάχη κάθε μια από αυτές, ένας αγώνας. Νόμισε ότι μπορούσε πια να χαλαρώσει. Ξεχάστηκε, αφέθηκε. Και άφησε πίσω ό,τι του θύμιζε αυτά τα χρόνια, τα δύσκολα.
Εμείς οι τριάντα κάτι, έτσι μεγαλώσαμε. Έτσι μας μεγάλωσαν. Μ’αυτή τη σκέψη, τη σιγουριά. Ότι τα δύσκολα ήταν στο παρελθόν. Σημεία μιας άλλης Ελλάδας. Ψωροκώσταινας.
Είναι παράξενο αλλά είμαστε μια χώρα στην οποία όλοι οι άνθρωποι μιας γενιάς έχουμε τις ίδιες αναμνήσεις, τα ίδια βιώματα. Σαν μια μεγάλη παρέα που δεν χρειάζεται να μιλήσει κανείς, κοιτάζεσαι στα μάτια και ξέρεις ποια είναι η σκέψη πίσω απ’το βλέμμα. Τραγουδήσαμε όλοι τα ίδια τραγούδια, γελάσαμε με τα ίδια αστεία, ακούσαμε τις ίδιες ιστορίες. Μεγαλώσαμε με τη Φρουτοπία, το θέατρο της Δευτέρας και τα γουέστερν κάθε Τρίτη βράδυ. Και την πεποίθηση ότι εμείς, είμαστε τυχεροί. Και κάπως έτσι ξεχαστήκαμε. Και ξεχάσαμε.
Μέσα σ΄όλη αυτή τη παραζάλη, αρχίζουμε όμως να θυμόμαστε. Ποιοι είμαστε. Θυμόμαστε πώς να ζούμε και πώς να αγωνιζόμαστε. Να βρίσκουμε την ομορφιά στα απλά και στα λίγα.  Δεν θέλει πολλά η ζωή. Μόνο πίστη στ΄όνειρο. Και πείσμα.
Σκέφτομαι πως είμαστε ένας λαός που στη βάση του δεν ξέρει από μεγάλα σαλόνια. Ένας λαός που κατοικεί στην Οδό Ονείρων, σε μια Όμορφη πόλη και βρίσκει την ελπίδα σε μια χούφτα γιασεμιά. Ένας λαός που καίει στεφάνια στις γειτονιές, του Αι-Γιάννη και βάφει κάθε Πάσχα άσπρες τις αυλές. Που τραγουδάει κάθε του πίκρα και τραγουδώντας προχωράει. Βγαλμένος από ελληνική ταινία. Να πολεμάει σαν τον Χορν για την αγάπη, έχοντας μόνο όπλο τα νιάτα και το πείσμα του. Πείσμα περασμένο στο DNA του. Κληροδοτημένο από γενιά σε γενιά μαζί με τους άθλους του κάθε Ηρακλή.
Παρασκευή βράδυ και περνάω την πρώτη χειμωνιάτική μου νύχτα χαζεύοντας τη φωτιά και μασουλώντας κάστανα. Νιώθω κοριτσάκι, πλημμυρισμένη από αναμνήσεις περασμένων χρόνων. Είμαι χαλαρή, σχεδόν ξεκούραστη και απολαμβάνω την ησυχία της νύχτας καθώς μνήμες από μια ηλικία μακρινή έρχονται να μου κάνουν παρέα. Μασουλάω τα κάστανα και γίνομαι παιδί. Το μυαλό μου «παίζει» τραγούδια του Λοΐζου και σκηνές από οικογενειακά βράδια με ατελείωτες συζητήσεις για ασήμαντες αφορμές.
Όλο στα πίσω πάει η σκέψη τώρα τελευταία. Θα’ναι που μεγαλώνω.


4 σχόλια:

Roadartist είπε...

Πανέμορφο κείμενο. Είναι καλό να μεγαλώνεις σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, σε αυτή την ιστορική συγκυρία..τι λες; Καλώς σε βρήκα!

karagiozaki είπε...

Είσαι το πρώτο μου σχόλιο!!! Ανοίγω σαμπάνια και κερνάω!!!

Ναι, νομίζω ότι πέρα από όλα τα άσχημα, έχει "κάτι" αυτή η αίσθηση ότι ζώντας σήμερα στην Ελλάδα γράφουμε ιστορία. Καλώς βρεθήκαμε λοιπόν. :)

Margo είπε...

Ζεστάθηκα εδώ μέσα. Λίγο τα κάστανα, λίγο η φωτιά, η καλή παρέα και οι γνώριμες αναμνήσεις που αναβιώνουν από ανάγκη να ακουμπήσει η ψυχή..

Καλησπέρα καραγκιοζάκι :-)

karagiozaki είπε...

margo, είναι οι καιροί τέτοιοι που θέλει πράγματι κάπου να ακουμπήσει η ψυχή... καλησπέρα :)