Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

choosing my way up...

Σκέφτομαι λοιπόν πως δεν μπορώ άλλο. Έχω βαρεθεί να ακούω και να μιλάω για το χρέος, το κούρεμα, τη Μέρκελ, τους άχρηστους πολιτικούς και την χρεοκοπία που βρίσκεται προ των πυλών. Και εκείνη τη στιγμή που το σκέφτομαι αυτό, εκείνη την ίδια στιγμή που λέω πως δεν μπορώ να μιλάω άλλο για την κατάσταση στη χώρα, αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό.???  Απλά δεν είναι. Όσα τραγουδάκια κι’αν πούμε, όσα γλυκά λογάκια για την ζωή και τον κόσμο κι’αν γράψουμε, υπάρχει κάτι πιο δυνατό, πιο ορμητικό που μας χτυπάει με φόρα στο πρόσωπο. Η πραγματικότητα.
Όσο κι’αν της γυρίσουμε την πλάτη, κι’αν προσπαθήσουμε να την αγνοήσουμε, η πραγματικότητα είναι αυτή που είναι και δεν αλλάζει. Είναι αλήθεια πως νοσταλγώ πολύ εκείνες τις μέρες που ήρεμη και χαρούμενη έγραφα αισιόδοξα ποστάκια για τη ζωή, για τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους, για την ομορφιά του κόσμου, την ανυπέρβλητη αυτή ομορφιά που ώρες ώρες νομίζεις πως δεν χωράει μέσα σου, θα εκραγεί η ψυχή σου από δαύτη. Έγραφα λοιπόν τα ποστάκια μου -θυμάσαι?- και μετά γλύκαινε η ψυχή μου και γίνονταν καλύτερα τα όνειρά μου.
Πάντα στη ζωή μου, ό,τι μαλακία και να συνέβαινε είχα μέσα μου μια πίστη, μια ακλόνητη πίστη ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Λες και η ζωή είναι ταινία και στο τέλος ξέρεις πως θα νικήσουν οι καλοί. Και ναι, δεν είμαι πέντε, το ξέρω καλά, ΔΕΝ κερδίζουν πάντα οι καλοί. Και τα πράγματα δεν εξελίσσονται  καλά για πάρα πολλούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Και ναι,  ο κόσμος είναι κακός και άδικος και υπάρχει περισσότερη ασχήμια στον άνθρωπο απ’ότι μπορεί να φανταστεί κανείς. Παρόλα αυτά όμως εγώ, -άγνωστο γιατί- (αστοχία υλικού? Ποιος ξέρει?) είχα μέσα μου αυτή την ακλόνητη πίστη. Μπορούσα πάντα να ελπίζω, να βρίσκω φως μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, να προχωράω τέλος πάντων μπροστά. Ακόμη και σήμερα εξακολουθώ να έχω βαθιά μέσα μου αυτή την πίστη ότι όλα θα πάνε στο τέλος καλά. Καλά, δεδομένων των συνθηκών πάντα. Καλύτερα έστω απ’όσο πιστεύουμε, απ’ό,τι μας λένε. Είναι όμως η πρώτη φορά που δεν ξέρω αν πρόκειται πράγματι για πίστη ή απλά για άρνηση.
Αυτό που χρειάζομαι αυτή τη στιγμή είναι ένα τέλος. Μια τελεία. Να δω τον πάτο του βαρελιού, όποιος κι’αν είναι αυτός. Τίποτα δεν είναι τόσο ψυχοφθόρο όσο η αγωνία για το πού θα κάτσει η μπάλα. Θέλω ένα πάτο και τον θέλω τώρα. Να γίνει ο πάτος πάτωμα, να αρχίσω από εκεί τα βήματά μου. Να περπατήσω πάνω του και να προχωρήσω. Να γίνει εφαλτήριο για να πηδήξω ξανά ψηλά.
Και σκέφτομαι ότι η πίστη στην πραγματικότητα ίσως να είναι απλά αυτό. Άρνηση να δεχτείς αυτό που βλέπουν οι περισσότεροι. Άρνηση να δεχτείς μια μοίρα που άλλοι σχεδίασαν για σένα. Άρνηση να γίνεις η σκιά του εαυτού σου.
Έτσι απλά επιλέγω την άρνηση. Πιστεύω. Αρνούμαι.


Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

έχε το νου σου... βραδιάζει

Κρατώντας τον μπέμπη αγκαλιά και προσπαθώντας να τον κοιμήσω πριν ξυπνήσει η μικρή και κάθε μου ελπίδα για λίγη ώρα ησυχίας, πάει χαμένη, άρχισα να τραγουδάω μερικά από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Παλιά, όταν κοίμιζα την μικρή, περνούσα τη φάση Χατζιδάκις. Δώστου Χάρτινο το φεγγαράκι και Οδός ονείρων. Δέκα φορές τη μέρα μπορεί και παραπάνω… Φυσικά οι λόγοι μου ήταν καθαρά εγωιστικοί. Αφενός ήθελα το παιδί να αγαπήσει τη μουσική που και εγώ αγαπώ –ως γνωστόν, από την πλύση εγκεφάλου δεν γλύτωσε ποτέ κανείς- και απ’την άλλη πόσες φορές μπορείς να πεις το Βγαίνει η βαρκούλα, βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά…  και το Ένα και ένα κάνουν δύο, δύο παιδάκια πάνε στο σχολείο? πριν πηδήξεις από το παράθυρο??? Τώρα με το μπέμπη έχω αλλάξει ρεπερτόριο. Περνάω τη φάση Σιδηρόπουλος. Και μπορεί να λέω και κανένα Αχ κουνελάκι, κουνελάκι, ξύλο που θα το φας… αλλά συνήθως ο μικρός κοιμάται παρέα με τα τραγούδια του Παύλου.
Σε μια από αυτές τις φάσεις που κρατούσα το μωρό στα χέρια μου και σιγοτραγουδούσα «Όταν, κάποιο βράδυ, θα σε ξυπνήσει απότομα η κραυγή σου, και τρέξεις στη μαμά σου να το πεις και κείνη τρομαγμένη, μες το ψυγείο κλείσει τη φωνή σου, μα θα’ναι αργά, μεσάνυχτα και θα’χεις κουραστεί…» ένιωσα λίγο φορτισμένη συναισθηματικά, πράγμα καθόλου περίεργο και δύσκολο. Θες λίγο ο εγκλεισμός, θες που όσο να’ναι όταν είσαι διαρκώς παρέα με ένα μωρό και ένα τρίχρονο και οι περισσότερες συζητήσεις σου εξαντλούνται στα αγκού αγκού και στα…  ήτανε μια φορά και ένα καιρό…. δεν μπορεί, θα χαζέψεις, ψέματα να λέμε τώρα? Φορτισμένη λοιπόν καθώς ήμουν, κοιτάζω την Εργίνα και της λέω με συγκίνηση στα μάτια… «Μωρό μου, θέλω να σου πω κάτι. Σου υπόσχομαι πως ποτέ μα ποτέ δεν πρόκειται μες το ψυγείο να κλείσω τη φωνή σου.»
Με κοίταξε στα μάτια σοβαρά, με κάρφωσε σχεδόν με το βλέμμα της και με αυτή την άπειρη, ολοκληρωτική, βαθιά κατανόηση που μόνο τα παιδιά μπορούν να δείξουν μπροστά σε οποιαδήποτε τρέλα, μου απάντησε… «Σ’ευχαριστώ μαμά.» Και συνέχισε το παιχνίδι της.
 [Κάπου εκεί χαλάρωσα. Θες το σοβαρό της ύφος, θες το γεγονός ότι τη φαντάστηκα να σκέφτεται κάτι τύπου «Τι να της πεις τώρα της τρελής? Άσε, θα της δώσω ένα φιλί και ελπίζω να της περάσει!», γέλασα και αποφορτίστηκα….]
Τις προάλλες σκεφτόμουν πως είναι τελικά μεγάλη παγίδα τα τραγούδια. Έχουν δυνάμεις ύπουλες. Ακόμη κι’όταν ασυναίσθητα σιγομουρμουρίζεις ένα σκοπό, ακόμη κι’αν απλά ψελλίζεις στίχους αφηρημένα, τα τραγούδια, εκείνα που ξέρουν να μιλάνε, δρουν υπογείως. Διαπερνούν το οποιοδήποτε κάλυμμα έχεις ρίξει πάνω σου και βρίσκουν πάντα στόχο. Άτιμο πράγμα τα τραγούδια. Βρίσκουν πάντα στόχο. Ακόμη και για θέματα που δεν γνωρίζεις ότι κουβαλάς. Σε κάνουν να σκέφτεσαι πράγματα που δεν θες, που προσπαθείς να στριμώξεις σε καμιά σκοτεινή ντουλάπα, γιατί πολύ απλά δεν μπορείς, δεν ξέρεις πώς να τα αντιμετωπίσεις.
Και είναι και αυτά τα ήσυχα, οικογενειακά βράδια, που ο Σ. είναι στο γραφείο και διαβάζει, η μικρή έχει πιει το γάλα της και έχει κοιμηθεί και εγώ κρατάω το μπέμπη αγκαλιά και τραγουδάω. Τραγουδάω και κλαίω. Οι λέξεις βγαίνουν αργά, συλλαβιστά, τα μάτια υγραίνονται έτσι όπως νοτίζουν τα φύλλα κάτι βράδια του φθινοπώρου. Υγραίνεται πρώτα το μέσα, ποτίζει  η ψυχή και φουσκώνει, ανεπαίσθητα στην αρχή και με βήματα μικρά σαν του μωρού, έτσι ώστε όταν το νερό φτάνει στα μάτια και τρέχει ελεύθερο στα μάγουλα να είναι ο ερχομός του κάτι προσδόκιμο, κάτι αναμενόμενο, κάτι τόσο φυσικό που να περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Ούτε ο μπέμπης ξαφνιάζεται. Χωμένος εκεί μέσα στην αγκαλιά μου γνωρίζει την τρικυμία περισσότερο κι’από μένα, είναι πιο κοντά στο κέντρο της, νανουρίζεται με τα κύματά της και κουρνιάζει ακόμη πιο βαθιά στην μόνη πατρίδα που ξέρει. Αλήθεια, ποια η φυσική θέση ενός μωρού, ποια η πατρίδα του, αν όχι η αγκαλιά της μάνας του? 
«Κάποτε θα’ρθουν γνωστικοί, λογάδες και γραμματικοί, για να σε πείσουν –ήρθαν, έχουν περάσει όλοι αυτοί, άφησαν χαλάσματα στο πέρασμά τους.-    
Έχε το νου σου στο παιδί, κλείσε την πόρτα με κλειδί, θα σε πουλήσουν. –με πούλησαν, μας πούλησαν, πούλησαν το παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον.-
Και όταν θα’ρθουν οι καιροί, που θα’χει σβήσει το κερί, στην καταιγίδα –εδώ είναι, έφτασαν. Νιώθω την καταιγίδα να χτυπάει τα παράθυρά μου και η φλόγα απ’το κερί του κόσμου τρεμοπαίζει.-
Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλυτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα. –πώς? Κάποτε νόμιζα πως η αγάπη ήταν αρκετή.- 
Το μωρό κοιμάται και εγώ τραγουδώ. Μ’αρέσει που τραγουδάω με το μωρό στα χέρια. Μ’αρέσει που μπορώ και κλαίω. Κοιτάω το γαλήνιο πρόσωπο. Τον αφήνω μαλακά στη κούνια. Μπαίνω στο παιδικό και κοιτάω την Εργίνα. Είναι ξεσκέπαστη και έχει τη Μίνι αγκαλιά. Τη σκεπάζω και τη σταυρώνω, όπως έκανε και σε μένα η μαμά μου. Είπαμε, από την πλύση εγκεφάλου δεν γλύτωσε ποτέ κανείς. Κοιτάω γύρω γύρω το δωμάτιο. Βλέπω τις κούκλες και τα αρκουδάκια, τα little people να καμαρώνουν στα ράφια, τα βιβλία της με παραμύθια, τόσα παραμύθια να σπέρνουν σπόρο ονείρου στην ψυχούλα της. Θέλω παραμύθια, πολλά παραμύθια για τα παιδιά μου. Θέλω να μάθουν να μη φοβούνται το δράκο, αλλά να ξέρουν ότι είναι κάπου εκεί. Θέλω ιστορίες για μάγισσες και μήλα δαγκωμένα, θέλω πίστη στο καλό και τη δύναμή του. Σε πρίγκιπες και ξωτικά, σε νεράϊδες και μαγικά φασόλια που μπορούν να σε πάνε ψηλά, πολύ ψηλά, πάνω από τα σύννεφα της κάθε μέρας.  
Γέρνω την πόρτα και συνεχίζω να σιγοτραγουδώ τον ίδιο σκοπό. Τον ίδιο σκοπό, αλλιώτικα.
Κάποτε θα’ρθουν γνωστικοί, λογάδες και γραμματικοί, για να σε πείσουν –ήρθαν, μα ανάθεμα αν τους αφήσω να ξανάρθουν.-   
 Έχε το νου σου στο παιδί, κλείσε την πόρτα με κλειδί, θα σε πουλήσουν. –με πούλησαν, μας πούλησαν, πούλησαν το παρελθόν, το παρόν. Όχι το μέλλον, ποτέ το μέλλον.-
Και όταν θα’ρθουν οι καιροί, που θα’χει σβήσει το κερί, στην καταιγίδα –εδώ είναι, έφτασαν. Νιώθω την καταιγίδα να χτυπάει τα παράθυρά μου και η φλόγα απ’το κερί του κόσμου τρεμοπαίζει. Μα δεν θα το αφήσω να σβήσει. Θα ματώσω για να μην σβήσει.-
Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλυτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.  –Ίσως, ίσως τελικά η αγάπη να είναι αρκετή.-

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Αυτόχειρες σταγόνες σε ρόλο ηδονοβλεψία...

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2007.                                                                    11:58μμ  

Περιμένω τη βροχή. Εδώ και μέρες ό,τι και αν κάνω νιώθω πως στο βάθος πραγματικά κάνω μόνο αυτό. Περιμένω τη βροχή. Η ζέστη αυτή με πνίγει, με κουράζει. Είναι που μέσα της αισθάνομαι τον χρόνο να μένει ακίνητος, σε στάση προσοχής. Περιμένω την εναλλαγή, το φευγιό μιας εποχής, την άφιξη μιας άλλης. Θελω να σπρώξω τον χρόνο, όχι πολύ, ένα απαλό σκούντηγμα να του δώσω, μια ώθηση να ξεκολλήσει. Να νιώσω τον αέρα να ψυχραίνει απλώνοντας ένα απαλό ρίγος στο δέρμα μου...

Περιμένω τη βροχή. Την περιμένω με λαχτάρα, με ανυπομονησία, ώρες ώρες σχεδόν με απελπισία. Με απελπισία? Κοιτάω ξανά τη λέξη. Που κολλάει τώρα αυτό? Δεν ξέρω, μα θα τα'αφήσω έτσι, για κάποιο λόγο γράφονται όλα.

Η αλήθεια είναι πως λέω ψέματα. Στην πραγματικότητα τη βροχή δεν τη μπορώ, τη σιχαίνομαι. Απεχθάνομαι τις μικρές σταγόνες που κρέμονται από τα μαλλιά μου. Τα ψίχουλα νερού που κυλάνε πάνω στο πρόσωπό μου με τρελαίνουν, δεν τα αντέχω. Απεχθάνομαι το δειλό της άγγιγμα, τη μιζέρια που κρύβει κάθε σιγανή ψιχάλα, το αποτύπωμα που αφήνει έστω για ένα δευτερόλεπτο πάνω μου. Απλά τη σιχαίνομαι. Έτσι η αλήθεια είναι ότι δεν περιμένω τη βροχή. Όχι μια οποιαδήποτε βροχή τουλάχιστον. Περιμένω μια καταιγίδα, ένα χαλασμό. Περιμένω αυθάδεις σταγόνες, ενωμένες κατά κύματα σ'ένα αυτοσχέδιο γιουρούσι. Να δω ποτάμια στους δρόμους και αυλακωμένα απ'το νερό μάγουλα. Θέλω ν'αγριεψουν οι ουρανοί, να ανοίξουν διάπλατα για να στείλουν μια καταιγίδα,- γέφυρα - με την επιθυμία μας να νιώσουμε την ίδια μας την ύπαρξη. Αν είναι να βραχώ, θέλω να βραχώ μέχρι μέσα, να νιώσω τη βροχή να διαπερνά το σώμα μου, να γεμίζει το μυαλό μου. Προσμένω την ταραχή, την τρικυμία που ξέρει να συναρμολογεί ξανά τα πάντα. Και ίσως η τρικυμία εκεί έξω να γαληνέψει την τρικυμία εδώ μέσα ή έστω να ανασύρει την αιτία της...

Θέλω να κάνουμε έρωτα την ώρα που η καταιγίδα λεηλατεί τα παράθυρά μας. Να μείνουμε αιώνιοι στα μάτια κάθε σταγόνας που θα πεθάνει κοιτάζοντάς μας.
Αυτόχειρες σταγόνες σε ρόλο ηδονοβλεψία...

Θέλω να κοιμηθώ ακούγοντας την ακανόνιστη ανάσα του νερού στις γύρω στέγες... Να δω όνειρα γεμάτα βρόχινες υποσχέσεις.

Οι σκέψεις μου μπερδεύονται και κάποιες στιγμές δεν μπορώ να τις ακολουθήσω. Πριν προλάβω να τις αποτυπώσω στο χαρτί, (χαρτί? πως μου'ρθε τώρα αυτό?) έχουν προχωρήσει σε άλλη κατεύθυνση. Παίζουμε ένα κυνηγητό εγώ και αυτές. Κάποιες χάνονται για πάντα σ'αυτό το παιχνίδι. Πετάνε και μπλέκονται ανάμεσα σ'αυτά που θέλω να γράψω, σε στίχους από τραγούδια της βροχής και συνομιλίες που έλαβαν χώρα κάπου, κάποτε. Συνομιλίες και τραγούδια, φράσεις και στίχοι που άλλαξαν κάτι ή απολύτως τίποτα. Ένα κουβάρι... Η ανάγκη μου να μπλέκεται με το παράπονο της Πρωτοψάλτη « Που αγόρασα καινούρια καμπαρντίνα και μια βροχή δεν έβρεξε ο Θεός...»  Δυο γυναίκες να ζητούν τη βροχή η κάθε μία για τους δικούς της λόγους. Πλάκα δεν έχει?

Περιμένω μια βροχή, μια καταιγίδα να'ρθει να με δροσίσει....

Το έγραψα πριν τέσσερα χρόνια. Τι περίεργο, ακόμη κάποιες στιγμές, ακόμη νιώθω έτσι.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

It's only me

19.5.2007 | 03:08

Μ'αρέσουν οι μέρες με φως. Με χρώμα. Με μουσικές.

Μ'αρέσουν οι άνθρωποι με φως. Στα μάτια τους. Τα μάτια λένε -και το πιστεύω- είναι καθρέφτες της ψυχής. Αν έχεις στα μάτια σου φως, έχεις και στην ψυχή σου. Φωτίζεις εσένα και τους γύρω σου. Στέλνεις τη θέρμη σου και τους αγκαλιάζεις και είναι τότε λιγότερο μόνοι. 

Δεν μπορώ να υποφέρω τη σκέψη ενός ανθρώπου πραγματικά μόνου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν το αντέχω. Ίσως γιατί, πραγματικά μόνη, δεν ένιωσα ποτέ. Και η μοναξιά με τρομάζει. Υπήρξα τυχερή, πάντα είχα δίπλα μου ανθρώπους που μ'αγαπούσαν και μ'αγαπάνε πολύ. Και μου το δείχνουν. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Όχι μόνο να σε αγαπάνε αλλά και να στο δείχνουν. Δεν ξέρω γιατί οι άνθρωποι δυσκολεύονται να φανερώσουν όσα αισθάνονται. Γιατί δεν χαρίζουν απλόχερα όσα έχουν μέσα τους. Ποτέ δεν έχω μετανιώσει για ότι έδωσα στη ζωή μου. Ακόμη και όταν δεν πηρα τίποτα από τους άλλους. Πήρα από μένα. Γιατί με ένα περίεργο τρόπο όσα βγάζεις από μέσα σου, δεν καταφέρνουν ποτέ να σε αδειάσουν. Σου χαρίζουν μια πληρότητα απίστευτη και μια θέρμη που και τις πιο δύσκολες ώρες φωτίζει την ψυχή σου, μέχρι το φως να φτάσει στα μάτια σου. Και από εκεί να ταξιδέψει παντού. Δεν είμαστε παρά όσο φως κουβαλάμε μέσα μας.

Μ'αρέσουν οι μέρες με χρώματα. Μου δίνουν την ενέργειά τους και την έχω φυλαγμένη μέσα μου για τις ώρες τις άλλες, τις γκρίζες. Ότι ζω, το βιώνω. Ότι εισπράττω από γύρω μου, το καταθέτω το βράδυ στα όνειρά μου. Τα όνειρά μου έχουν χρώματα και μουσικές. Όταν οι μέρες είναι όμορφες, τα χρώματα είναι μαγευτικά και οι μουσικές γαληνεύουν την ψυχή μου. Στην αντίθετη περίπτωση, τα χρώματά τους με τρομάζουν και τις μουσικές δεν τις αντέχω. Γι'αυτό αναζητώ την ομορφιά, και όχι γιατί προτιμώ να ζω σε γυάλινο κόσμο. Πιστεύω στην καλοσύνη των ανθρώπων. Πιστεύω και στην κακία τους. Τα έχω γνωρίσει και τα δυο. Ποντάρω όμως πάντα τα λεφτά μου στο πρώτο. Και σε στοίχημα δεν έχω χάσει ποτέ.

Μ'αρέσουν οι άνθρωποι που τραγουδάνε. Που έχουν μέσα τους νότες και στίχους από "τραγούδια για το τίποτα γραμμένα". Η φίλη μου η Α. λέει, καλύτερα παράφωνος παρά βουβός και άφωνος και το πιστεύω και γω. Έτσι όταν βρισκόμαστε, ενώνουμε τις φωνές μας και τραγουδάμε για όσα μας πληγώνουν, για όσα λαχταράμε. Αγαπώ τους ανθρώπους που αγαπούν τη μουσική. Τι θα'ταν η ζωή μας χωρίς αυτή? 

Το μόνο πράγμα που με φοβίζει, είναι ο θάνατος. Αν μου έλεγε όμως κάποιος πως "εκεί" κάποια στιγμή θα συναντούσα το Σ. και την οικογένειά μου, δεν θα με φόβιζε ούτε κι'αυτός. 

Γεννήθηκα πριν τριανταένα χρόνια, μέσα στο χειμώνα, Φλεβάρη μήνα, μα στην καρδιά μου έχω το καλοκαίρι. Γεννήθηκα πριν τριανταένα χρόνια, αλλά κάθε μέρα γεννιέμαι ξανά. Παιδεύομαι μα συνεχίζω, πέφτω και σηκώνομαι ξανά. Δέχομαι τις ήττες και τις αποτυχίες μου, είναι κομμάτι μου πια. Είμαι ένα καραγκιοζάκι και όσα γράφω στο προφίλ μου είναι αληθινά. Πιστεύω σ'αυτά που έχω μέσα μου και δεν φοβάμαι να εκτεθώ. Κάνω λάθη πολλά, το ξέρω, μα προσπαθώ να παίρνω ό,τι καλύτερο έχω και αυτό να δίνω στους άλλους. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να κοροϊδέψω τον εαυτό μου γι'αυτό δεν προσπαθώ πια. Γνωρίζω όλες μου τις αδυναμίες και παλεύω μ'αυτές. Παλεύω με τους δαίμονές μου, άλλοτε χάνω, άλλοτε κερδίζω. Στο τέλος θα κάνω και το λογαριασμό.

Καληνύχτα και όνειρα γλυκά.


Το post μεταφέρθηκε αντί άλλων συστάσεων από το παλιό μου Blog.